Υπόθεση Κυπριωτάκη: η απαγωγή και δολοφονία του επιχειρηματία που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία


Ήταν λίγο πριν από τις 6 το απόγευμα, όταν χτύπησε το κινητό τηλέφωνο του 50χρονου βιοτέχνη χρωμάτων Γιάννη Κυπριωτάκη. Ο άνδρας που βρισκόταν στην άλλη άκρη της γραμμής ήθελε να του αναθέσει τη βαφή μιας πολυκατοικίας, στις Βασιλιές, ένα χωριό 10 χιλιόμετρα από το Ηράκλειο Κρήτης. «Από που με ξέρεις, μέσω κάποιου γνωστού;» τον ρώτησε ο Κυπριωτάκης.

«Έλα και θα με αναγνωρίσεις», απάντησε εκείνος. Ο Γιάννης Κυπριωτάκης πήρε το τζιπ και ξεκίνησε για τις Βασιλιές. Λίγο αργότερα τον είδαν να σταματάει σε ένα καφενείο στη Φορτέτζα, όπου καθόντουσαν κάποιοι υπάλληλοι του. Από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. 

Ο 50χρονος Γιάννης Κυπριωτάκης ήταν ιδιοκτήτης μιας βιοτεχνίας χρωμάτων, που στεγαζόταν σε ένα διώροφο κτίριο στη βιομηχανική περιοχή του Ηρακλείου. Είχε επιστρέψει στο σπίτι εκείνο το απόγευμα, όταν τον πήρε τηλέφωνο ένας άνδρας και του ζήτησε να αναλάβει το βάψιμο μιας πολυκατοικίας στις Βασιλιές.

Δεν του αποκάλυψε το όνομά του. «Έλα και θα με αναγνωρίσεις», του είπε μόνο. Παρά την προτροπή της συζύγου του να μην πάει, επειδή δεν ήξερε καν με τι άνθρωπο είχε να κάνει,  ο 50χρονος επιχειρηματίας δεν αρνήθηκε. «Θέλει να πάω να δω από κοντά την πολυκατοικία για να δώσω προσφορά. Τι φοβάσαι, μήπως με απαγάγουν;», της είπε χαμογελώντας και ξεκίνησε για το ραντεβού Ήταν 18 Μαΐου 2009.

Οι ώρες περνούσαν, νύχτωσε και ο Κρητικός επιχειρηματίας, που ήταν πατέρας τριών παιδιών, δεν απαντούσε στις κλήσεις της γυναίκας του στο κινητό. Ούτε στο σπίτι επέστρεψε, ούτε στα γραφεία του συλλόγου "Φίλων του Βουνού και της Θάλασσας", όπου ήταν μέλος πήγε το βράδυ, όπως είχε κανονίσει. Και όσο περνούσαν οι ώρες, φοβόταν ότι κάτι κακό του είχε συμβεί.

Περασμένα μεσάνυχτα ξεκίνησε για την ασφάλεια Ηρακλείου. Ενημέρωσε τους αστυνομικούς για το τηλεφώνημα του άγνωστου άντρα και τις τελευταίες κινήσεις του συζύγου της και επέστρεψε στο σπίτι γεμάτη αγωνία. Δεν τη χωρούσε ο τόπος, για ύπνο ούτε λόγος.

Λίγο πριν χαράξει, ξαναπήγε στην ασφάλεια, μήπως υπήρχε κάτι νεότερο για την τύχη του. Και ενώ βρισκόταν στο αστυνομικό Μέγαρο, με τις αναζητήσεις του τζιπ και τις έρευνες μέσω των κεραίων τηλεφωνίας σε πλήρη εξέλιξη στις 6 και 20 το πρωί χτύψε το κινητό της. Ήταν από το τηλέφωνο του Γιάννη.

Επιτέλους σκέφτηκε και ένας αναστεναγμός ανακούφησης βγήκε από τα χείλη της. Τα λίγα λόγια που πρόλαβε να τις πει ο άντρας της πριν του αρπάξουν τη συσκευή από το χέρι ήταν μια ψυχρολουσία. «Με κρατάνε τρία άτομα, ζητάνε λεφτά για να με αφήσουν. Δεν με έχουν πειράξει, μάζεψε όσα μπορείς και μην μπλέξεις την αστυνομία». Της είπε εμφάνως τρομοκρατημένος και η γυναίκα λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. 

«Έχουμε τον άντρα σου». Της είπε ο άγνωστος που μιλούσε με έντονη κριτική προφορά. «Θέλουμε 300 χιλιάρικα. Αν θέλεις το ξαναδείς ζωντανό, μην τολμήσεις να πας στην αστυνομία. Θα επανέλθουμε». 

Η γυναίκα προσπάθησε όσο μπορούσε να κρατήσει την ψυχραμία της, καθώς οι άντρες της ασφάλειας Ηρακλείου κατάλαβαν ότι μιλούσε με τον άντρα της. «Ναι, ο άντρας μου ήταν. Βρίσκεται στη Ρόδο. Είναι καλά, μπορείτε να σταματήσετε τις έρευνες», τους είπε. Και έτσι έγινε. Οι αστυνομικοί έβαλαν στην άκρη την υπόθεση.  Έστειλαν μάλιστα και σήμα σε όλες τις υπηρεσίες που είχαν κινητοποιηθεί για τον εντοπισμό του αγνοούμενου επιχειρηματία να πάψει η αναζήτησή του. Λίγες ώρες αργότερα, στις 9 και 10 το πρωί, οι απαγωγείς επανήλθαν.

«Θέλουμε 500 χιλιάρικα», είπε ο άγνωστος άντρας. «Μα πού να βρω τόσα λεφτά», ψέλλισε η σύζυγος του 50χρονου επιχειρηματία. «Από την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας ξέρεις καλά τι εννοούμε».

Πράγματι, οι δράστες είχαν πληροφορηθεί με κάποιο τρόπο ότι ο επιχειρηματίας επρόκειτο το αμέσως επόμενο διάστημα να εισπράξει 520 χιλιάδες ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή της διώροφης βιοτεχνίας του στη βιομηχανική περιοχή του Ηρακλείου από πυρκαγιά που είχε ξεσπάσει 14 μήνες πριν, στις 17 Μαρτίου 2008. Στην επιχείρησή του απασχολούσε περίπου 40 άτομα, ενώ εργάζονταν εκεί και όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Αναλάμβανε επίσης εργολαβίες ελαιοχρωματισμού σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες.

Σύμφωνα με το πόρισμα της πυροσβεστικής, η πυρκαγιά αποδόθηκε σε αμέλεια των υπευθύνων ενός συνεργείου που έκανε έργα ηλεκτροσυγκόλληση στη μονάδα. Μάλιστα, είχαν καταστραφεί δύο ακόμη βιοτεχνίες, μία από τις οποίες δεν ήταν ασφαλισμένη. «Να βεβαιωθώ ότι είναι ζωντανός», τους είπε η γυναίκα.

Εκείνοι αρνήθηκαν και της έκλεισαν το τηλέφωνο. Στο μεταξύ, η απαγωγή είχε ήδη γίνει γνωστή στην αστυνομία από ένας συγγενικό πρόσωπο του Κυπριωτάκη, δήμαρχο της περιοχής, οποίος έμαθε ότι η σύζυγός του έψαχνε αγωνιωδώς για μετρητά, και το έψαξε. Και έτσι η ασφάλεια Ηρακλείου ξαναμπήκε στο παιχνίδι.

Η γυναίκα είπε τα πάντα στους αστυνομικούς για τα τηλεφωνήματα και τις απαιτήσεις των απαγωγέων. Επικεφαλής των ερευνών, τέθηκε ο αστυνομικός διευθυντής Ηρακλείου, Κώστας Κουζέλης, αξιωματικός με πολυετή θητεία σε καίριες υπηρεσίες της Ασφάλειας Αττικής, ο οποίος είχε συμμετοχή και στον χειρισμό της απαγωγής του εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου, πέντε μήνες νωρίτερα στο Καβούρι. Παράλληλα, στην Κρήτη έφτασε από την Αθήνα και μια έμπειρη αξιωματικός Ασφάλειας Αττικής,  που είχε εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζει ανάλογες καταστάσεις κρίσης.

Όλα θα γινόντουσαν πλέον υπό την εποπτεία της αστυνομίας και του προϊστάμενου της εισαγγελίας,  Νίκου Μαρκάκη, ο οποίος ενημερωνόταν σε πραγματικό χρόνο. Στις πέντε παρα δέκα το απόγευμα ακολούθησε νέα κλήση των απαγωγέων. «Τα μάζεψες τα λεφτά;», ρώτησαν τη σύζυγο του επιχειρηματία. Εκείνη, πριν πει οτιδήποτε, ζήτησε να μιλήσει μαζί του. Αρνήθηκαν.  Της έβαλαν να ακούσει ηχογραφημένο μήνυμά του.

«Έχω μαζέψει 80.000 ευρώ», τους είπε. Τελικώς κατέληξαν στα 154.000 ευρώ. Η παράδοση των λίτρων κανονίστηκε να γίνει μετά τις δέκα το βράδυ, σε σημείο που θα της υποδείκνυαν.

Τα χαρτονομίσματα προσημειώθηκαν από την ασφάλεια και η γυναίκα, έχοντας και ένα συγγενικό πρόσωπο δίπλα της, κατευθύνθηκε τελικώς προς τις Γούβες, περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου. «Θα αφήσεις τα λεφτά κάτω από τη γέφυρα, θα πας στο σπίτι σου και θα περιμένεις τηλεφώνημα σε δύο ώρες για το σημείο που θα βρεις τον άντρα σου», της είπαν. Πράγματι, η γυναίκα άφησε την τσάντα με τα λίτρα στην ερημική περιοχή και επέστρεψε στο Ηράκλειο.

Η ώρα περνούσε και το κινητό τηλέφωνο της συζύγου του Γιάννη Κυπριωτάκη παρέμενε βουβό,  μέχρι που μια μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα ανάμεσα στα έργα κατασκευής του φράγματος από Σελέμη, ένα Jeep είχε πάρει φωτιά. Μάλιστα, του φάνηκε ότι στο ανοιχτό πόρτ μπαγκάζ φαινόταν ένας άνθρωπος να καίγεται. Οι πυροσβέστες από το σταθμό της Χερσονήσου έφτασαν λίγο αργότερα στο σημείο και κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά.

Και όντως, ήταν άνθρωπος αυτός που είχε βρει το θάνατο στο φλεγόμενο αυτοκίνητο. Από την πινακίδα ή ότι είχε μείνει τουλάχιστον από αυτήν και τον αριθμό πλαισίου, οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν στον κάτοχο του Jeep. Ή μάλλον επιβεβαίωσαν αυτό που φοβόντουσαν από την πρώτη στιγμή που έφτασαν στο σημείο.


Το απανθρακωμένο ΙΧ του επιχειρηματία Γιάννη Κυπριωτάκη 



Και ήταν όντως ο Γιάννης Κυπριωτάκης, ο άνθρωπος που είχε τραγικό τέλος στην ερημιά από ανθρώπινο χέρι. Είχαν περάσει 32 ώρες από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του για να συναντήσει τους υποψήφιους πελάτες του που αποδείχθηκαν, όπως όλα έδειχναν, οι δολοφόνοι του. Όπως προέκυψε από την ιατροδικαστική εξέταση, αιτία θανάτου ήταν ο στραγγαλισμός, περίπου 8 με 10 ώρες νωρίτερα, ίσως με μαντήλι ή κάποια υφασμάτινη ταινία, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται για τα δέματα.

Οι συγγενείς του 50χρονου επιχειρηματία κατηγόρησαν την αστυνομία για ολιγωρία. «Απ' το Θεό να το βρουν κι αυτοί και τα παιδιά τους, έλεγε οργισμένος ο αδελφός του, Κώστας Κυπριωτάκης. Ακόμη και στο αρχηγείο στην Αθήνα πήρα τηλέφωνο, αλλά δεν έκαναν τίποτα για να βρεθεί ζωντανός. Το τζιπ έκανε πάνω από 100 χιλιόμετρα μέσα στο νόμο Ηρακλείου και κανένα περιπολικό ούτε το είδε, ούτε το αναζήτησε.  Ήταν νεκρό στο πορτμπαγκάζ και κανείς δεν νοιάστηκε. Όμως υπάρχει Θεός και θα τους τιμωρήσει».

«Περιπτώσεις απαγωγών είχαν μοιραία κατάληξη επειδή οι απαγωγείς εξέλαβαν μια τυχαία εμφάνιση περιπολικού ως αθέτηση όσων έχουν συμφωνηθεί», απάντησε ο αστυνομικός διευθυντής περιφέρειας Κρήτης, Νίκος Μπεσσήρης. «Κατανοώ τη λύπη του αδελφού του θύματος, αλλά δεν έχει δίκιο».  

Ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης είχε παρακολουθήσει της έρευνας της αστυνομίας για τον τηλεοπτικό σταθμό Αlpha. «Το θυμάμαι εκείνο το πρωινό, Μάιος του 2009. Τρέχαμε πανικόβλητοι όταν μάθαμε το τι είχε συμβεί. Αρχικά στο σημείο όπου είχε βρεθεί το αυτοκίνητο του θύματος. Στη συνέχεια να βρούμε στοιχεία από που τον είχαν πάρει, να βρούμε την οικοδομή όπου του είχαν δώσει ραντεβού, τους πιθανούς δρόμους που ακολούθησαν, αλλά και το σημείο στο οποίο έγινε η παράδοση των λύτρων. Μία υπόγεια διάβαση στην Εθνική Οδό, κάπου στο ύψος της Χερσονήσου, λίγο πριν. Δύσκολες μέρες. Πολύ δύσκολες μέρες, γιατί ήταν η πρώτη φορά που είχαμε μια τέτοια υπόθεση στην Κρήτη. Μια τόσο σοβαρή υπόθεση με την απαγωγή αλλά και με την δολοφονία του επιχειρηματία που είχε απαχθεί. Μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ήταν πολύ λιγομίλητες οι αρχές. Ήταν πάρα πολύ λιγομίλητες τότε οι αστυνομικές αρχές. Δεν έδιναν πολλά στοιχεία και μας έδιναν σε όλους την εντύπωση ότι ίσως να είχαν βρει μια άκρη του νήματος αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμοι. Και από την άλλη πλευρά η οικογένεια που έριχνε την ευθύνη στις αστυνομικές αρχές και το τραγικό τέλος αυτής της ιστορίας. Πήραν τα χρήματα και ενώ είχαν πει ότι δύο ώρες αργότερα ο άνθρωπος θα είναι  κοντά στην γυναίκα του το επόμενο πρωί ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε καμένος μέσα στο αυτοκίνητό του το οποίο ήταν στην περιοχή που σας είπα στην διασταύρωση με τους Ασκούς. Όπως προέκυπτε από τις αναλύσεις των κλήσεων της κινητής τηλεφωνίας οι δράστες κινούνταν σε διάφορες περιοχές γύρω από το Ηράκλειο μαζί με το τζιπ του 50χρονου επιχειρηματία ο οποίος πιθανόν έκανε το μοιραίο λάθος να τους απειλήσει ότι θα τους αποκαλύψει. Το ότι δεν τον πυροβόλησαν αλλά τον στραγγάλισαν έδειχνε ότι μάλλον δεν είναι επρόκειτο για οργανωμένη ενέργεια. Μαγνητοφώνησαν τη συνομιλία μαζί του τον στραγγάλισαν και συνέχισαν να κάνουν βόλτες με το άψυχο σώμα του στο αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή σταμάτησαν στην περιοχή των ποταμιών, έριξαν τα καθίσματα του αυτοκινήτου ώστε να φαίνεται άδειο και περίμεναν το τηλεφώνημα ότι τα λίτρα είχαν παραδοθεί. Μετά έβαλαν φωτιά περιλούζοντας το τζιπ με μεγάλη ποσότητα βενζίνης. Οι αξιωματικοί που ανέλαβαν την υπόθεση αναζήτησαν προσωπικές και επαγγελματικές διαφορές  πίσω από τη δολοφονία του 50χρονου επιχειρηματία».




Θεωρούσαν σχεδόν σίγουρο ότι οι απαγωγείς τον έβγαλαν από τη μέση επειδή τους αναγνώρισε. Δεν είχαν άλλο λόγο να το κάνουν δεδομένου ότι είχαν παραλάβει και τα λίτρα που απαιτούσαν. Αυτή ήταν η μόνη εξήγηση.

Στο μικροσκόπιο της έρευνας μπήκε και η πυρκαγιά στη βιοτεχνία χρωμάτων του θύματος που το είχε κάνει στάχτη 14 μήνες πριν. Ο Γιάννης Κυπριωτάκης είχε πάρει δάνειο για να τη στήσει από την αρχή μέχρι να βγει η αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία. Δεν είχε αποκαλύψει αν το πήρε από τράπεζα ή από ιδιώτες.

Το σενάριο ότι ίσως κάποιος κύκλος τοκογλύφων κρυβόταν πίσω από την απαγωγή και δολοφονία του δεν μπορούσε να αποκλειστεί. Οι έρευνες συνεχίζονταν προς κάθε κατεύθυνση με χαρτογράφηση της περιοχής και αναζήτηση βιντεοληπτικού υλικού από την πιθανή διαδρομή του τζιπ του επιχειρηματία. Από τη στιγμή που αποκλείστηκαν τα σενάρια των προσωπικών διαφορών και των τοκογλύφων η προσοχή της ασφάλειας εστίασε στις επαγγελματικές επαφές του 50χρονου άντρα.

Οι αστυνομικοί θεωρούσαν δεδομένο, πλέον ότι είχε αναγνωρίσει τους απαγωγείς. Πιθανότατα κινούνταν στο περιβάλλον του.  Και τέσσερις μήνες μετά την απαγωγή και δολοφονία στις 23 Σεπτεμβρίου 2009 ανακοίνωσαν την εξιχνίαση της υπόθεσης  και τη σύλληψη τριών ανδρών.

Είχαν βρεθεί στα ίχνη τους από καιρό. Άκουγαν τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις με τη βοήθεια της ΕΥΠ αλλά περίμεναν να δέσουν τα στοιχεία και την κατάλληλη στιγμή για να τους αιφνιδιάσουν και να τους συλλάβουν ταυτόχρονα. Ήταν δύο ξαδέρφια από τη Συρία ο 27χρονος Αμερ και 25χρονος Ουσάμα τους οποίους ο Γιάννης Κυπριωτάκης είχε παλιότερα στη δούλεψή του  σε συνεργείο βαφής και ο 33χρονος Γιάννης που καταγόταν από τους Ασκούς, ο οποίος ήταν στο παρελθόν συνεργάτης του επιχειρηματία.




Το μπλε Mitsubishi που ήταν στο όνομα της συζύγου του είχε εντοπιστεί από κάμερα ασφαλείας στις Βασιλιές. Στην κατοχή τους βρέθηκαν οι δύο τηλεφωνικές συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν στις διαπραγματεύσεις με τη σύζυγο του θύματος αλλά και προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 και 100, συνολικής αξίας 2.500 ευρώ, που προέρχονταν από τα λίτρα. Αδιάσιστα στοιχεία ενοχής.

Εάν συνέχιζαν να χρησιμοποιούν μόνο τη συσκευή του Κυπριωτάκη στις τηλεφωνικές συνομιλίες με τη σύζυγό του τα πράγματα θα ήταν δύσκολα για μας σχολίασε ένας αστυνομικός. Αλλά έκαναν το λάθος. Ο Αμερ, ο μακρυμάλλης με τα τατουάζ όπως τον περιέγραφαν οι αστυνομικοί αρνιόταν πεισματικά κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.

Αν και στην κατοχή του βρέθηκε η μία από τις δύο συσκευές των κινητών που χρησιμοποιήθηκαν στις διαπραγματεύσεις για την καταβολή των λύτρων.  Ο Ουσάμα είχε πάει στην πατρίδα του για λίγες μέρες και βέβαιος ότι δεν θα εντοπιστεί ποτέ επέστρεψε στο Ηράκλειο από τη Δαμασκό μέσω Κύπρου. Οι Έλληνες αστυνομικοί είχαν ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Αστυνομία, την Europol  ότι είναι ύποπτος για κακουργηματικές πράξεις ζητώντας παρακολούθηση των κινήσεών του και έτσι τον συνέλαβαν μόλις προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Νίκος Καζαντζάκης.




Ήταν ουσιαστικά αυτός που έκαψε τη συμμορία αφού έσπασε και ομολόγησε τα πάντα προσδιορίζοντας το ρόλο του καθενός σε αυτή την υπόθεση. Ο Γιάννης Κυπριωτάκης τον αναγνώρισε και έκανε το μοιραίο λάθος  να τον φωνάξει με το όνομά του. Ο ίδιος περιέγραψε πώς τον χτύπησαν με γροθιές στο λαιμό και με μια πέτρα στο κεφάλι και πώς τον στραγγάλισαν κρατώντας του τα πόδια.

Όταν σταμάτησε να αντιστέκεται περιέλουσαν με βενζίνη το αυτοκίνητο και το πτώμα μέσα στο πορτμπαγκάζ και έβαλαν φωτιά. Ο Ουσάμα εμφανίστηκε έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες γιατί όπως είπε δεν αντέχει τις τύψεις και τους εφιάλτες. Να βλέπει τον Κυπριωτάκη κάθε βράδυ στον ύπνο του.

Ο 25χρονος Σύριος έριξε το κύριο βάρος της δολοφονίας στον Έλληνα ελαιοχρωματιστή τον οποίο κατονόμασε ως οργανωτή και εκτελεστή, τον άνθρωπο που στραγγάλισε με τα χέρια τον Κυπριωτάκη.

«Ο Γιάννης άνοιξε το καπό, ενώ ο Κυπριωτάκης ήταν δεμένος, του έριξε μια μπουνιά στο λαιμό, μετά έπιασε μια πέτρα και τον χτύπησε στο κεφάλι  τότε πια τον στραγγάλισε με τα χέρια του τον πίεζε με δύναμη μέχρι να τον αποτελειώσει. Εγώ τον κρατούσα από τα πόδια όσο πιο δυνατά μπορούσα για να μην αντιστέκεται και κάποια στιγμή όλα τελείωσαν. Ο Αμέρ στεκόταν εκεί και παρακολουθούσε».

Ο Γιάννης ο οποίος έμενε στις Πατέλες του Ηρακλείου με τη σύζυγό του και το 4 ετών αγοράκι τους, ομολόγησε τη συμμετοχή του στην απαγωγή  αλλά όχι και στη δολοφονία. Ήταν ο διαπραγματευτής της συμμορίας, ο άνθρωπος με τη βαριά κριτική προφορά που μιλούσε με τη σύζυγο του επιχειρηματία. Οι αστυνομικοί τον περιέγραφαν ως συνομωτικό και ψυχρό, έναν άνθρωπο που έβλεπε μπροστά του μόνο λεφτά και είχε πάθος με τον τζόγο. Σύχναζε κυρίως σε πρακτορία και ξόδευε πολλά σε τυχερά παιχνίδια, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να δημιουργεί χρέη. Κάποιοι γείτονες του είπαν ότι τον τελευταίο καιρό η σύζυγός του έδειχνε οικονομική άνεση στις κινήσεις της κάτι που είχε σχολιαστεί.

«Δεν σκότωσα εγώ τον Κυπριωτάκη, συμμετείχα μόνο στην απαγωγή και πήρα 30.000 ευρώ από τα λίτρα γιατί δεν είχα ούτε για τσιγάρα. Αναγκάστηκα να πάρω μέρος στην απαγωγή γιατί οι δύο Σύριοι απειλούσαν εμένα και το γιο μου, μάλιστα σχεδίαζαν και την απαγωγή ενός επιχειρηματία φίλου μου».

Όλα όσα ανέφερε ο δημοσιογράφος Χάρης Λεοντάκης 

«Με βάση τα στοιχεία και την ενημέρωση που είχαμε τότε από τη συνέντευξη τύπου που είχε γίνει, είχαν ομολογήσει οι δύο από τους τρεις, ο ένας ήταν ο σκληρός, ο Αμερ ήταν ο σκληρός της υπόθεσης ενώ παραδεχόταν για κάποια από τα στοιχεία ότι ήταν δικά του δεν ομολόγησε ποτέ τη συμμετοχή του. Οι δύο που ομολόγησαν, ο 33χρονος Έλληνας και ο Ουσάμα, έριχναν ο ένας την ευθύνη στον άλλο για τη δολοφονία θυμάμαι δύο πράγματα χαρακτηριστικά το σοκ που μας περιέγραφαν οι γείτονες για την οικογένειά του, για την σύζυγό του και για συγγενικά μέλη στην περιοχή όπου έμενε, αλλά θυμάμαι πολύ περισσότερο όταν πήγαμε στο χωριό τους στους Ασκούς, όπου κάποιοι κάτοικοι μας είχαν μιλήσει έτσι με καλά λόγια για τον 33χρονο δράστη της απαγωγής και δολοφονίας ότι κάποιοι τότε μας είχαν επιτεθεί θεωρώντας ότι εμείς είμαστε εκείνοι οι οποίοι ρίχνουμε την ευθύνη στον 33χρονο και ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, δηλαδή παρά το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος είχε ομολογήσει παρά το γεγονός ότι είχε γίνει παρουσίαση της σύλληψής τους από τις αστυνομικές αρχές, κάποιοι επέμεναν να ρίχνουν την ευθύνη στους δημοσιογράφους ότι να πάλι εσείς φταίτε και κατηγορείτε έναν αθώο άνθρωπο».

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, οι τρεις συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα με τρία κακουργήματα και δύο πλημμελήματα στην πλάτη. Συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, αρπαγή με σκοπό τα λύτρα, ανθρωποκτονία από πρόθεση, περιύβριση νεκρού κατά συναυτουργία και διακεκριμένη περίπτωση φθοράς.

Μάλιστα με διάταξη του Εισαγγελέα τα στοιχεία τους δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τρεις ημέρες αργότερα απολογήθηκαν στον ανακριτή. Έξω από το δικαστικό μέγαρο, συγγενής και φίλοι του Γιάννη Κυπριωτάκη προσπάθησαν να πλησιάσουν τα δύο περιπολικά, με τα οποία τους μετέφεραν από την ασφάλεια και να τους επιτεθούν.

Ο Αμερ ήταν ο αμετανόητος και επέμενε να αρνείται κάθε συμμετοχή στην απαγωγή και δολοφονία. Ο Ουσάμα, σε αντίθεση με την προανάκριση, όπου είχε ομολογήσει, υποστήριξε και αυτός ότι δεν πήρε μέρος σε κανέναν στάδιο της υπόθεσης.

Από την πλευρά του ο Γιάννης επανέλαβε ότι είχε ανάμειξη μόνο στην απαγωγή, αλλά καμία σχέση με τη δολοφονία. Αρνήθηκε ότι ήταν ο εγκέφαλος, επαναλαμβάνοντας ότι από τα λίτρα πήρε μόνο 30.000 ευρώ, ενώ οι δύο αλλοδαποί πήρε από 62.000 ευρώ.  Δήλωσε μετανιωμένος και πρόσθεσε ότι περιφερόταν επί ώρες στους δρόμους με την ελπίδα να πέσει σε κάποιο αστυνομικό μπλόκο και να τελειώσουν όλα εκεί.

Μετά τις μαραθώνιες απολογίες τους και οι τρεις κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι και οδηγήθηκαν σε διαφορετικές φυλακές. Στη Νέα Αλικαρνασσό, την Νεάπολη Λασιθείου και τα Χανιά. Το Νοέμβριο του 2010 είδε το φως της δημοσιότητας το βούλευμα που τους παρέπεμπε σε δίκη.

Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης απέδιδε το ρόλο του εγκεφάλου στον Έλληνα ελαιοχρωματιστή.  Όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά, για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της ομάδας αποφασίστηκε η αρχηγία  να αναληφθεί από αυτόν. Καθώς ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, γνώριζε την ελληνική γλώσσα, ήταν Κρητικός και είχε υπόψη του επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται  στο νομό Ηρακλείου και ήταν πλούσιοι.

Επιπλέον, διέθετε δικό του αυτοκίνητο. Το πάθος του για τον τζόγο και τα χρέη στις τράπεζες ήταν οι λόγοι που τον ώθησαν να αποκαλύψει το σχέδιό τους στους δύο Σύριους και από κοινού να συμφωνήσουν στην εκτέλεσή του. Οι τρεις τους είχαν προγράψει τον επιχειρηματία, είτε αποσπούσαν τα λύτρα, είτε όχι.

Από τη στιγμή που πέτυχαν να τον απομονώσουν και να τον απαγάγουν, η υπόθεση παρέπεμπε στο χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Σύμφωνα πάντα με το παραπαιμπτικό βούλευμα, όλοι μαζί συμφώνησαν να συγκροτήσουν ομάδα με σκοπό τη διάπραξη απαγωγών εύπορων ανθρώπων, ώστε να εξαναγκάζουν τους οικείους τους για την απελευθέρωσή τους. Τα λύτρα θα μοιράζονταν εξίσου και σε περίπτωση που αντιμετώπιζαν άρνηση καταβολής των λύτρων ή κινδύνευαν να αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους από τον απαχθέντα, θα προέβαιναν άμεσα στη θανάτωσή του.

Οι συναντήσεις των τριών άρχισαν να πυκνώνουν, ενώ τις λεπτομέρειες για τη λίστα των θυμάτων τις συζητούσαν στο υπόγειο διαμέρισμα του Αμερ. Το πρώτο υποψήφιο θύμα ήταν ένας ιδιοκτήτης ξενοδοχείου στα Μάλια, τον Απρίλιο του 2009, δηλαδή ένα μήνα πριν από την απαγωγή του Κυπριωτάκη. Ο Γιάννης το γνώριζε χρόνια μέσα από τη δουλειά του.

Προφασιζόμενος ότι έχει στα χέρια του φωτογραφίες, στις οποίες φαινόταν η σύζυγός του να ερωτοτροπεί με έναν άγνωστο άντρα, του ζήτησε να συναντηθούν για να του τις παραδώσει. Ο ξενοδόχος δεν τσίμπησε το δόλωμα και έτσι το σχέδιο δεν προχώρησε. Ωστόσο δεν εγκατέλειψαν την ιδέα.

Λίγες ημέρες αργότερα πυρπόλησαν το αυτοκίνητό του, έξω από το σπίτι του, στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη, χωρίς και πάλι να καταφέρουν κάτι περισσότερο και έτσι στράφηκαν στον Κυπριωτάκη. Εκείνο το απόγευμα ο επιχειρηματίας έφτασε ανυποψίαστος στο σημείο του ραντεβού. Ο Γιάννης του είπε να τον ακολουθήσει.

Δύο Σύριοι ήταν ήδη κρυμμένοι στο αυτοκίνητό του. Όταν τον οδήγησε σε ερημική τοποθεσία, ξεπρόβαλαν φορώντας κουκούλες, τον ακινητοποίησαν, τον έδεσαν χειροπόδαρα με πλαστικούς σφιγκτήρες, του φόρεσαν κουκούλα και τον έβαλαν στο πορτμπαγκάζ στο αυτοκίνητό του, το οποίο έμελλε να οδηγήσει ο ΑΜΕΡ. Κατευθύνθηκαν προς τους Ασκούς, μέρος που γνώριζε καλά ο Γιάννης, ώστε να καλυφθούν κάτω από το λιόφυτο, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.

Τη φύλαξη του επιχειρηματία ανέλαβαν τα δύο ξαδέρφια από τη Συρία, με εντολή να απενεργοποιήσουν τα κινητά τους τηλέφωνα, ενώ ο Γιάννης επέστρεψε στο σπίτι του, για να μην καταλάβει τίποτα η σύζυγός του. Ακολούθησαν, οριστικό πρωί, τα τηλεφωνήματα στο σπίτι του Κυπριωτάκη και η τραγική κατάληξη μόλις 32 ώρες μετά.

Όπως αναφερόταν στο παραπεμπτικό βούλευμα, ο Γιάννης με τον Αμερ, μόλις πήραν την τσάντα με τα λύτρα, επέστρεψαν στο ξέφωτο, όπου αποφάσισαν, ενώ βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, να τον σκοτώσουν.

Έτσι, με έναν αυτοσχέδιο βρόχο, που έφτιαξαν με πλαστικό ιμάντα, τον οποίο τύλιξαν γύρω από τον λαιμό του, και αφού τον χτύπησαν με πέτρες στο κεφάλι, σφίγγοντας τον βρόχο και πιέζοντάς τον ταυτόχρονα με τα χέρια τους περί τον λαιμό, τον θανάτωσαν. Στη συνέχεια, έκαψαν το πτώμα του, βάζοντας φωτιά στο τζιπ.

Η δίκη των τριών ορίστηκε τον Νοέμβριο του 2010 από το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, αλλά αναβλήθηκε, καθώς οι κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν χωρίς δικηγόρους, αφού κανείς δεν ήθελε να τους υπερασπιστεί. Και αυτοί που διορίστηκαν ζήτησαν χρόνο για να μελετήσουν τη δικογραφία.

Τον Ιανουάριο του 2011 κάθισαν στο εδώλιο και πάλι χωρίς νομικούς παραστάτες, αφού οι διορισμένοι δικηγόροι δήλωσαν κώλυμα. Έτσι, μπροστά στον κίνδυνο να παρέλθει το 18μηνο και να αποφυλακιστούν, η πρόεδρος όρισε δύο συνηγόρους υπεράσπισης, στους οποίους έδωσε προθεσμία δύο ωρών, και ξεκίνησε την ακροαματική διαδικασία σε μια κατάμεστη αίθουσα.

Και οι τρεις αποδέχθηκαν τη συμμετοχή τους στην απαγωγή, αλλά αρνήθηκαν τη δολοφονία, επιρρίπτοντας την ευθύνη ο ένας στον άλλο. Η σύζυγος και τα παιδιά του Γιάννη Κυπριωτάκη περιέγραψαν στο δικαστήριο, με κάθε λεπτομέρεια, τις δραματικές στιγμές που έζησαν, από το απόγευμα της 18ης έως το πρωί της 20ής Μαΐου 2009, όταν ο άνθρωπός τους βρέθηκε δολοφονημένος και καμένος μέσα στο αυτοκίνητό του.

Ένας αστυνομικός κατέθεσε ότι από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου και την εξέταση των κλήσεων από τα κινητά τους τηλέφωνα φαινόταν ξεκάθαρα ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν και στην απαγωγή και στη δολοφονία.

Το δικαστήριο τους καταδίκασε σε ισόβια για την ανθρωποκτονία του Γιάννη Κυπριωτάκη και επιπλέον κάθειρξη 19 ετών για την απαγωγή και τα άλλα αδικήματα. Για τους δύο Σύριους διέταξε και την απέλασή τους μετά την έκτιση της ποινής τους.

Ο Κρητικός ελαιοχρωματιστής δεν άσκησε έφεση, αποδεχόμενος την ποινή του δικαστηρίου, ενώ οι δύο Σύριοι οδηγήθηκαν τον Οκτώβριο του 2015, μετά από δύο αναβολές, σε δευτεροβάθμια δίκη, κατά τη διάρκεια της οποίας ομολόγησαν και πάλι την απαγωγή, αλλά όχι τη δολοφονία του Γιάννη Κυπριωτάκη, την οποία φόρτωσαν στον Κρητικό συνεργό τους.

Λίγο πριν μπουν στην αίθουσα, ήρθαν και πάλι αντιμέτωποι με τους οργισμένους συγγενείς του επιχειρηματία. «Μόλις τους είδα, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι», είπε στην εφημερίδα Νέα Κρήτη ο γιος του, Κυριάκος.  «Τρελάθηκα, ήθελα να τους σκοτώσω. Δεν έχει καταλαγιάσει ο πόνος, δεν καταπίνεται αυτό που έγινε».

Ο συνήγορος της οικογένειας του επιχειρηματία, Κώστας Παπαδάκης, σχολίασε την υπερασπιστική τους γραμμή, λέγοντας πως θεωρεί ότι το υπερασπιστικό τέχνασμα δεν θα περάσει και πως το δικαστήριο δεν θα πέσει σε αυτή τη δικονομική παγίδα.

Τελικώς, το Πενταμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης δεν μείωσε ούτε μία ημέρα την ποινή των δύο Σύριων.

Ο γιος του θύματος, Κυριάκος Κυπριωτάκης σχολίασε την απόφαση

«Οι ποινές είναι οι ίδιες, ισόβια συν 19 χρόνια. Τίποτα δεν αναγνωρίστηκε. Εμείς είμαστε καταστραμμένοι ψυχολογικά. Τον πατέρα μου δεν τον γυρίζει κανένας πίσω. Ευχαριστώ τους δικηγόρους μου, το δικαστήριο και την ελληνική αστυνομία. Αυτό που θέλω εγώ είναι τον πατέρα μου πίσω».

Έτσι έκλεισε η υπόθεση Κυπριωτάκη, έξι χρόνια μετά την απαγωγή και δολοφονία του.




Επιμέλεια άρθρου: George James




Πηγή:

Απαγωγή Κυπριωτάκη: Αδίστακτοι για 154.000 ευρώ

Σχόλια