Η σειρά «Ριφιφί» δεν είναι απλώς ακόμα μια καλογυρισμένη ελληνική παραγωγή. Είναι μια μίνι σειρά 6 επεισοδίων που πατάει πάνω σε δύο πραγματικές ιστορίες, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, και τις ενώνει σε ένα κοινό αφήγημα για την αδικία, την απώλεια και τη σύγκρουση του ανθρώπου με το σύστημα.
Από τη μία, η θρυλική ληστεία της Τράπεζας Εργασίας το 1992 — ένα από τα πιο μυστηριώδη και ανεξιχνίαστα εγκλήματα στην ελληνική ιστορία.
Από την άλλη, η συγκλονιστική υπόθεση του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη, που ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τα όρια της γραφειοκρατίας και της θεσμικής αναλγησίας.
Το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας το 1992
Ο όρος «ριφιφί» δεν είναι ελληνικός. Καθιερώθηκε παγκοσμίως μετά την προβολή της θρυλικής ταινίας «Ριφιφί» του Ζιλ Ντασέν το 1955. Στην ταινία, μια ομάδα επαγγελματιών κακοποιών εκτελεί μια υποδειγματική ληστεία κοσμηματοπωλείου στο Παρίσι, σε μια σκηνή διάρκειας σχεδόν μισής ώρας, χωρίς διάλογο και μουσική – ένα κινηματογραφικό μάθημα ακρίβειας, υπομονής και σιωπής. Από τότε, η λέξη «ριφιφί» έγινε συνώνυμη μιας ληστείας που πραγματοποιείται με υπόγεια διείσδυση, χωρίς βία και χωρίς άμεση αντιπαράθεση.
Τον χειμώνα του 1992, διαπιστώθηκε ότι το σενάριο του Ντασέν θα αποκτούσε και εγχώρια εκδοχή. Αυτή η ξεχασμένη λέξη από τον ασπρόμαυρο κινηματογράφο επανήλθε αιφνιδιαστικά στο ελληνικό λεξιλόγιο της επικαιρότητας. Δεν επρόκειτο για αναφορά σε ταινία, αλλά για την περιγραφή μιας πραγματικής ληστείας που είχε μόλις αποκαλυφθεί σε υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας.
| © Iστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ | ΤΑ ΝΕΑ |
Στις 21 Δεκεμβρίου 1992, η χώρα ήρθε αντιμέτωπη με μια από τις πιο εντυπωσιακές και αινιγματικές ληστείες της σύγχρονης ιστορίας της. Άγνωστοι δράστες είχαν καταφέρει να αφαιρέσουν εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές (η αξία των κλοπιμαίων υπολογίστηκε τελικά κοντά στα 5 δισεκατομμύρα δραχμές) από υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης, αφήνοντας πίσω τους ερωτήματα. Το λεγόμενο «ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας» δεν ήταν απλώς μια ληστεία μεγάλης αξίας, ήταν ένα γεγονός που αποκάλυψε τις αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος ασφαλείας, εξέθεσε τις μεθόδους της αστυνομίας και τροφοδότησε έναν αστικό μύθο που επιβιώνει μέχρι σήμερα.
| © Iστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ | ΤΑ ΝΕΑ |
Η υπόθεση ήρθε στο φως ένα συνηθισμένο πρωινό Δευτέρας, όταν υπάλληλοι της τράπεζας διαπίστωσαν ότι θυρίδες είχαν παραβιαστεί και μεγάλα χρηματικά ποσά έλειπαν. Αρχικά, επικράτησε σύγχυση. Δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη διάρρηξης από τις εισόδους, ούτε ενδείξεις βίαιης παραβίασης των συστημάτων ασφαλείας. Όσο περνούσαν οι ώρες και γινόταν η καταμέτρηση, άρχισε να γίνεται σαφές το μέγεθος της ζημιάς. Τα ποσά που είχαν αφαιρεθεί υπολογίζονταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές – ένα ιλιγγιώδες νούμερο για την εποχή, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς την οικονομική κατάσταση της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η αστυνομία κλήθηκε άμεσα και το υποκατάστημα αποκλείστηκε. Ακολούθησαν σύνθετες έρευνες.
| © Iστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ | ΤΑ ΝΕΑ |
Οι πρώτες ώρες κύλησαν σε κλίμα αμηχανία. Δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης από τις εισόδους, ούτε ενεργοποίηση συναγερμών. Σύμφωνα με υποτιθέμενο εσωτερικό υπηρεσιακό σημείωμα που φέρεται να συντάχθηκε εκείνη την ημέρα, αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Η εικόνα του χώρου δεν παραπέμπει σε βίαιη ενέργεια. Η πρόσβαση φαίνεται να έχει επιτευχθεί με τρόπο που δεν ενεργοποίησε τα υπάρχοντα συστήματα ασφαλείας». Οι αστυνομικές αρχές κατέληξαν γρήγορα στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για τυχαία ή πρόχειρη ενέργεια. Όλα έδειχναν μια επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί επί μήνες, ίσως και χρόνια.
Οι ληστές είχαν εισέλθει από τούνελ 25 μέτρων που είχαν ανοίξει από την κοίτη του ποταμού Ιλισσού ο οποίος περνάει κάτω από την οδό Καλλιρόης. Στο μήκος της διαδρομής είχαν τοποθετήσει ράγες και με ένα βαγονέτο έβγαζαν τα μπάζα έξω. Ένας αξιωματικός της Ασφάλειας, μιλώντας ανώνυμα σε δημοσιογράφο της εποχής, φέρεται να δήλωσε: «Αυτό δεν είναι δουλειά ανθρώπων της στιγμής. Όποιος το έκανε ήξερε πότε, πώς και κυρίως τι να αποφύγει. Είναι ριφιφί με την κλασική έννοια». Η ληστεία έδειχνε να είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού, υπομονής και γνώσης των εσωτερικών λειτουργιών της τράπεζας. Οι δράστες δεν άφησαν πίσω τους σχεδόν κανένα στοιχείο. Δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα, δεν υπήρχαν μάρτυρες και τα τότε συστήματα παρακολούθησης είτε δεν κάλυπταν κρίσιμα σημεία είτε δεν παρείχαν αξιοποιήσιμο υλικό.
Καθώς οι έρευνες δεν απέδιδαν καρπούς και η πίεση της κοινής γνώμης αυξανόταν, οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν σε ένα ασυνήθιστο μέτρο: εκδόθηκε επικήρυξη για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στον εντοπισμό των δραστών. Η επικήρυξη ύψους δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, στόχευε στο να «σπάσει» το τείχος της σιωπής. Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες, δεν προέκυψαν αξιόπιστες πληροφορίες που να οδηγούν σε συλλήψεις. Ένας δημοσιογράφος σημείωνε χαρακτηριστικά: «Η επικήρυξη περισσότερο επιβεβαίωσε το αδιέξοδο των ερευνών, παρά το έλυσε. Κανείς δεν μίλησε. Ή κανείς δεν ήξερε».
Από νωρίς, η πιθανότητα εσωτερικής πληροφόρησης βρέθηκε στο μικροσκόπιο. Μια υποτιθέμενη μαρτυρία πρώην εργαζόμενου αναφέρει: «Δεν λέω ότι κάποιος συμμετείχε άμεσα. Αλλά υπήρχαν άνθρωποι που ήξεραν πράγματα: ώρες, αδυναμίες, ρουτίνες. Αυτές οι πληροφορίες δεν ήταν δημόσιες». Παρά τις υποψίες, καμία κατηγορία δεν στοιχειοθετήθηκε.
| © Eurokinissi |
Για να κατανοήσει κανείς τον αντίκτυπο της υπόθεσης, πρέπει να τη δει στο πλαίσιο της εποχής. Το 1992 η Ελλάδα βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας. Ο πληθωρισμός, η ανεργία και η γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δημιουργούσαν ένα περιβάλλον κοινωνικής έντασης. Οι τράπεζες θεωρούνταν τότε σύμβολα εξουσίας και οικονομικής ανισότητας. Έτσι, για ένα μέρος της κοινής γνώμης, η ληστεία δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως έγκλημα, αλλά και ως μια πράξη που προσέλαβε χαρακτηριστικά «χτυπήματος στο σύστημα». Αυτή η αντίληψη δεν άργησε να αποτυπωθεί και στον δημόσιο λόγο. Σε καφενεία, εφημερίδες και τηλεοπτικές εκπομπές, το ριφιφί σχολιαζόταν ως ένα μείγμα θαυμασμού και ανησυχίας.
| © Eurokinissi |
Η Ασφάλεια κινητοποιήθηκε σε πλήρη κλίμακα. Εξετάστηκαν υπάλληλοι, πρώην εργαζόμενοι, τεχνικοί, ακόμα και εξωτερικοί συνεργάτες της τράπεζας. Το ενδεχόμενο «εκ των έσω» πληροφόρησης θεωρήθηκε από την αρχή πολύ πιθανό. Παρά τις ανακρίσεις και τις έρευνες, τα στοιχεία παρέμεναν αποσπασματικά. Κανένα πρόσωπο δεν μπορούσε να συνδεθεί άμεσα με την πράξη. Τα χρήματα δεν εμφανίστηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε εντοπίστηκαν ύποπτες αγορές μεγάλης κλίμακας που θα πρόδιδαν τους δράστες. Η υπόθεση άρχισε σταδιακά να «παγώνει». Οι φάκελοι μεγάλωναν, αλλά οι απαντήσεις λιγόστευαν. Για την κοινή γνώμη, το ριφιφί άρχισε να αποκτά σχεδόν μυθικές διαστάσεις.
| © Eurokinissi |
Τα ΜΜΕ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας της υπόθεσης. Πρωτοσέλιδα μιλούσαν για «ληστές-φαντάσματα», για «το τέλειο έγκλημα», για «μια ελληνική εκδοχή κινηματογραφικής ληστείας». Αυτή η αφήγηση, αν και αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού, δυσκόλεψε ενδεχομένως και την έρευνα. Οι δράστες μπορούσαν να παρακολουθούν τη δημόσια συζήτηση και να προσαρμόζουν τη στάση τους αναλόγως. Παράλληλα, η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να τεθεί υπό αμφισβήτηση το επίπεδο ασφάλειας των τραπεζών στη χώρα. Πολιτικές παρεμβάσεις και δηλώσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, χωρίς όμως άμεσες και ορατές αλλαγές. Τα μέσα ενημέρωσης αγκάλιασαν την υπόθεση με πρωτοφανή ένταση. Ο χαρακτηρισμός «τέλειο έγκλημα» επαναλαμβανόταν συχνά, ενώ οι συγκρίσεις με την ταινία του Ζιλ Ντασέν ήταν αναπόφευκτες. Η αφήγηση αυτή συνέβαλε στη μυθοποίηση των δραστών. Για μερίδα της κοινής γνώμης, το ριφιφί δεν ήταν απλώς μια ληστεία, αλλά μια «έξυπνη» πράξη απέναντι σε έναν απρόσωπο θεσμό.
| © Eurokinissi |
Με τα χρόνια, το ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας πέρασε από το πεδίο της επικαιρότητας στο πεδίο της μνήμης. Δεν υπήρξε μια θεαματική εξιχνίαση, ούτε συλλήψεις που να κλείσουν οριστικά την υπόθεση στο συλλογικό φαντασιακό. Αν και η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, ο αντίκτυπός της υπήρξε ουσιαστικός. Οι τράπεζες άρχισαν να επενδύουν περισσότερο σε σύγχρονα συστήματα ασφαλείας, ενώ οι αστυνομικές υπηρεσίες αναθεώρησαν πρωτόκολλα και διαδικασίες. Ένα εσωτερικό έγγραφο αξιολόγησης κατέληγε: «Το περιστατικό της Τράπεζας Εργασίας κατέδειξε ότι ο σχεδιασμός και η πληροφορία μπορούν να υπερκεράσουν την τεχνολογία». Η αστυνομία αναθεώρησε διαδικασίες, ενώ η υπόθεση διδάχθηκε ανεπίσημα ως παράδειγμα για το πώς ένα έγκλημα μπορεί να στηθεί χωρίς θόρυβο, αλλά με τεράστιες συνέπειες.
Μέχρι και σήμερα, το ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας παραμένει ένα άλυτο κεφάλαιο. Όπως και στην ταινία του Ζιλ Ντασέν, έτσι και στην πραγματικότητα, η σιωπή υπήρξε το ισχυρότερο όπλο. Ίσως γι’ αυτό η υπόθεση εξακολουθεί να συναρπάζει: επειδή κινείται στο όριο ανάμεσα στο πραγματικό έγκλημα και τον κινηματογραφικό μύθο. Ένα ριφιφί που δεν ακούστηκε ποτέ, αλλά συνεχίζει να αντηχεί στη συλλογική μνήμη. Σημειώνεται ότι η Τράπεζα Εργασίας δεν υπάρχει πλέον, το 2000 απορροφήθηκε από τη Eurobank.
Υπόθεση Παναγιώτη Βασιλέλλη
Στο 5ο επεισόδιο της σειράς Ριφιφί από την COSMOTE TV η αφήγηση αλλάζει επίπεδο. Το ριφιφί παύει να είναι απλώς ένα ευφυές έγκλημα, μια άσκηση μηχανικής ακρίβειας και υπομονής. Γίνεται κραυγή. Και η κραυγή αυτή έχει όνομα: Όλγα.
Μέχρι εκείνο το σημείο, ο θεατής γνωρίζει την Όλγα ως τον «εγκέφαλο» του σχεδίου. Ψύχραιμη, υπολογιστική, σχεδόν αδιαπέραστη. Στο 5ο επεισόδιο, όμως, η μάσκα πέφτει. Ένα ατύχημα στο τούνελ λειτουργεί σαν καταλύτης και η Όλγα αφηγείται –όχι για να συγκινήσει, αλλά για να εξηγήσει– γιατί αυτή η ληστεία δεν είναι απληστία. Είναι λογαριασμός ανοιχτός.
Η ιστορία που ξεδιπλώνεται δεν είναι επινόηση βολική για το σενάριο. Είναι μια αναγνωρίσιμη πληγή. Ένα παιδί με νευροβλάστωμα, μια θεραπεία που δεν μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα, το Memorial στις ΗΠΑ ως μοναδική ελπίδα, ένας ερανικός λογαριασμός που γέμισε από την ανταπόκριση της κοινωνίας και άδειασε από την παρέμβαση της γραφειοκρατίας. Τα χρήματα δεσμεύονται. Ο χρόνος χάνεται. Το παιδί πεθαίνει. Και λίγο αργότερα πεθαίνει και ο πατέρας.
Στη μυθοπλασία, το παιδί λέγεται Ιάσωνας. Στην πραγματικότητα λεγόταν Παναγιώτης Βασιλέλλης.
Η υπόθεση Βασιλέλλη σημάδεψε τη Λέσβο και ολη τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η υπόθεση του Παναγιώτης Βασιλέλλης δεν υπήρξε απλώς μια τραγωδία υγείας, αλλά μια συμπυκνωμένη αποτύπωση του πώς το ελληνικό κράτος, οι θεσμοί και η γραφειοκρατία μπορούν να λειτουργήσουν ως αλυσίδα μοιραίων καθυστερήσεων. Ο Παναγιώτης, μόλις 18 μηνών, διαγνώστηκε το 1999 με νευροβλάστωμα στο δεξί επινεφρίδιο, μια εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου που τότε δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα. Η μόνη ρεαλιστική επιλογή ήταν θεραπεία στο Memorial Hospital των ΗΠΑ, με κόστος που ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια δραχμές. Η κοινωνία αντέδρασε άμεσα: πολίτες, φορείς και απλοί άνθρωποι συνέβαλαν σε ερανικό λογαριασμό, συγκεντρώνοντας το απαιτούμενο ποσό σε ελάχιστο χρόνο. Εκεί, όμως, η υπόθεση προσέκρουσε στον τοίχο της θεσμικής ακαμψίας. Η Εθνική Τράπεζα μπλόκαρε τα χρήματα, επικαλούμενη τον νόμο του 1931 περί εράνων και τυπικές ελλείψεις στη δήλωση του σκοπού του λογαριασμού. Ο χρόνος, κρίσιμος για τη ζωή του παιδιού, εξανεμίστηκε μέσα σε έγγραφα, γνωμοδοτήσεις και αλληλογραφία. Μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων αποδεσμεύτηκε, ανεπαρκές για να σωθεί η κατάσταση. Ο Παναγιώτης πέθανε στις 5 Μαρτίου 2001, πριν καν του δοθεί η ευκαιρία να ταξιδέψει για θεραπεία. Η συνέχεια ήταν εξίσου σκληρή: δικαστικές διαμάχες που κράτησαν χρόνια, ποινικές διώξεις που τελικά δεν οδήγησαν σε καταδίκες, αγωγές που ανατράπηκαν σε ανώτερα δικαστήρια και, τελικά, η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι, παρά την ηθική φρίκη της καθυστέρησης, δεν στοιχειοθετείται νομικά παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή. Έτσι, η υπόθεση Βασιλέλλη έμεινε στη συλλογική μνήμη όχι ως ένα «λάθος», αλλά ως παράδειγμα του πώς η ευθύνη μπορεί να διαχυθεί τόσο πολύ, ώστε στο τέλος να μη βαραίνει κανέναν – εκτός από εκείνους που έχασαν τα πάντα.
Δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, η τράπεζα εκταμίευσε 12 εκατομμύρια δραχμές. Τα χρήματα δόθηκαν σε ιδρύματα για την καταπολέμηση παιδικών ασθενειών με τον τότε υπουργό Υγείας Αλέκος Παπαδόπουλο να ερωτάται για την υπόθεση απαντώντας «Άλλη ερώτηση…»
Οι γονείς του Παναγιώτη απευθύνθηκαν στο δικαστήριο για να βρουν δικαίωση . Το 2008, η ελληνική Δικαιοσύνη έκρινε πως κανείς δεν έφερε ευθύνη, αφού όλοι ενήργησαν σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατέληξε πως δεν υπήρξε τυπική παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή με τη μειοψηφία να επισημαίνει : πως η γραφειοκρατία δεν μπορεί να προηγείται της ανθρώπινης ζωής.
Νομικά, λοιπόν, όλα τελείωσαν. Κοινωνικά, όμως, όχι.
Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το Ριφιφί. Όχι ως δικαστής, ούτε ως εισαγγελέας. Αλλά ως μηχανισμός μνήμης. Η σειρά δεν κατονομάζει την υπόθεση Βασιλέλλη. Δεν την αναπαριστά αυτούσια. Την μεταβολίζει. Την ενσωματώνει σε έναν χαρακτήρα που δεν ζητά συγχώρεση ούτε συμπάθεια. Ζητά κατανόηση για το γιατί κάποιος, κάποια στιγμή, παύει να πιστεύει στο σύστημα και αποφασίζει να του απαντήσει με τους δικούς του όρους.
Το ενδιαφέρον –και ενοχλητικό– στοιχείο είναι ότι η τηλεόραση καταφέρνει αυτό που δεν κατάφεραν οι θεσμοί: να επαναφέρει τη συζήτηση χωρίς να τη φιλτράρει. Χωρίς νομικούς όρους. Χωρίς αποφάσεις «κατά πλειοψηφία». Με καθαρό ανθρώπινο κόστος.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη έρχεται στο 5ο επεισόδιο. Όταν το σχέδιο έχει προχωρήσει τόσο, ώστε η επιστροφή να μην είναι επιλογή. Όπως ακριβώς και στην πραγματική ιστορία: όταν χάθηκε ο χρόνος, δεν υπήρχε επιστροφή.
Το Ριφιφί δεν ζητά να ξαναδικαστεί η υπόθεση Βασιλέλλη. Κάνει κάτι πιο επικίνδυνο: θυμίζει. Και σε μια χώρα όπου πολλές υποθέσεις «δικαιώνονται» μόνο επειδή ξεχάστηκαν, η μνήμη είναι πάντα η πιο ανατρεπτική πράξη.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ριφιφί. Όχι τα χρήματα. Αλλά η ήσυχη, επίμονη επιστροφή μιας ιστορίας που κάποιοι θα προτιμούσαν να μείνει για πάντα κλειδωμένη.
H μητέρα του Παναγιώτη Βασιλέλλη μιλάει 25 χρόνια μετά
Η μητέρα του παιδιού, η Γεωργία Πιτσιλάδη, μίλησε στην εφημερίδα Espresso και οι λέξεις της δεν αναζητούν δικαίωση· καταγράφουν απώλεια. Η ζωή της οικογένειας, όπως περιγράφεται, δεν κύλησε ποτέ ξανά κανονικά. Το σοκ, η ψυχική και σωματική κατάρρευση του πατέρα, τα χρόνια των δικαστηρίων και η αίσθηση ότι η ευθύνη διαλύθηκε μέσα στη γραφειοκρατία, συνθέτουν ένα χρονικό που δεν επιδέχεται ωραιοποίηση.
Η συνέντευξη της μητέρας δεν επιχειρεί να ξαναδικάσει την υπόθεση. Περιγράφει όμως τι σημαίνει να ζεις με μια απώλεια που δεν μετατράπηκε ποτέ σε ευθύνη. Οι δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν, οι φάκελοι έκλεισαν, αλλά η ουσία έμεινε ανοιχτή. Γιατί, όπως προκύπτει από την αφήγηση, καμία απόφαση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα για ένα παιδί που δεν σώθηκε, ενώ υπήρχε τρόπος να σωθεί.
Η οικογένεια, όπως καταγράφεται στην Espresso, δεν παρακολούθησε τη σειρά ως τηλεοπτικό προϊόν. Τη βίωσε ως υπενθύμιση. Η ίδια η μητέρα παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να τη δει, όχι επειδή διαφωνεί με την προσέγγιση, αλλά επειδή ο πόνος δεν εξασθένησε με τα χρόνια. Αντίθετα, άλλαξε μορφή και ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα. Η γέννηση της κόρης τους, που πήρε το όνομα του χαμένου αδελφού της, λειτούργησε ως ανάσα ζωής, όχι ως αντικατάσταση.
Η μαρτυρία της μητέρας, όπως δημοσιεύτηκε στην Espresso, δεν ζητά συμπόνια. Ζητά μνήμη. Γιατί σε μια χώρα όπου πολλές υποθέσεις κλείνουν επειδή ξεχάστηκαν, η υπενθύμιση παραμένει η πιο πολιτική πράξη. Και η ιστορία του Παναγιώτη Βασιλέλλη αποδεικνύει ότι, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, υπάρχουν αδικίες που δεν παραγράφονται.
Στο Πλωμάρι της Λέσβου η εκπομπή "Εξελίξεις Τώρα" συνάντησε τη Γεωργία Πιτσιλάδη, τη μητέρα που κρύβεται πίσω από τον ρόλο της "Όλγας" που καθήλωσε το τηλεοπτικό κοινό.
"Να δικαιωθεί ο μικρός. Ο μικρός ήρθε στο ύπνο μου και μου λέει ‘μαμά, εσύ μονάχα θα με δικαιώσεις και κανένας άλλος. Μόνο εσύ. Κανένας άλλος’", είπε αρχικά η κα Πιτσιλάδη.
"Στείλαμε τα χαρτιά και μας είπαν ότι μπορείτε να το φέρετε το παιδάκι, έχετε αυτό, βγάλαμε τα εισιτήρια, ετοιμάσαμε διαβατήρια, τα ετοιμάσαμε όλα και απομείναμε με βαλίτσες και διαβατήρια στο χέρι", είπε η μητέρα του παιδιού.
"Όταν πήγαμε να πούμε στην τράπεζα ότι αυτό το πράγμα πρέπει να γίνει, μας λέει τα λεφτά δεσμεύτηκαν. Γιατί δεσμεύτηκαν τα λεφτά; Ποιος τα δέσμευσε; Λέει ‘δεν ξέρω, έχουν βγάλει έναν νόμο’, λέει, ‘το ’31’. Τι, να τον κάνω εγώ τον νόμο; Το δικό μου το μωρό ήταν γεννημένο το ’31; Βοηθάει ο κόσμος από το υστέρημά του. Η τράπεζα γιατί να τα δεσμεύει; Είναι δικά της;", είπε και συνέχισε:
"Ο κόσμος τα έδωσε για το μωρό. Να γιατρευτεί το μωρό. Δώσ’ τα. Ήταν δικά σας; Αλλιώς ας μην τα παίρναν από τον κόσμο. Γιατί να τα πάρουν από τον κόσμο; Να πουν ότι είμαστε κλέφτες, απατεώνες, θα τα βάλετε, αλλά εμείς θα τα πάρουμε".
Έναν χρόνο αργότερα, ο νόμος τροποποιείται και ένα μέρος των χρημάτων εγκρίνεται, είναι όμως ήδη πολύ αργά. "Ούτε νόμος άλλαξε, ούτε τίποτα άλλαξαν, το μωρό μ’ το φάγαν και τ’ αποτέλεσμα μηδέν".
Για την τηλεοπτική σειρά η μητέρα του παιδιού λέει: "Απ’ τη μια νιώθω χαρά, απ’ την άλλη είμαι στεναχωρημένη, πάλι ανοίγει πληγή, αλλά δεν θέλω και να ξεχαστεί", με τον πατέρα να συμπληρώνει για τη σειρά: "απ’ τη μια συγκινήθηκα κι απ’ την άλλη ένιωθα μια χαρά".
Το 3χρονο αγόρι με τα πράσινα μάτια πάλεψε ηρωικά, όμως δεν μπόρεσε να κερδίσει τη μάχη με την γραφειοκρατία. Η οικογένειά του θρηνεί ακόμη και σήμερα, 25 χρόνια μετά.
"Όλοι ήταν συνεννοημένοι. Από τράπεζα, νοσοκομείο, τα πάντα. Μέχρι της Αθήνας ο διοικητής. Ήταν μπλεγμένοι όλοι μέσα. Για τα χρήματα, κλίκα", είπε ο πατέρας του Παναγιωτάκη.
Την ανείπωτη θλίψη των γονιών του Παναγιώτη απαλύνει ο ερχομός της κόρης τους, που πήρε το όνομα του αδερφού της, σαν φόρο τιμής.
"Και λέω εγώ στην Παναγιά, λέω ‘άμα θες Παναγιά μου να μου το χαρίσεις, να ‘ναι γερό. Και σιδερένιο. Άμα μου το χαρίσεις και μου το πάρεις μετά από έναν χρόνο, να μην μου το δώσεις ποτέ. Άσε με μ’ αυτό τον καημό’", είπε η κα Πιτσιλάδη.
Όσο η κοινωνία θυμάται την αδικία που έγινε σε βάρος τους, ποτέ κανείς δεν θα ξεχάσει τον μικρό Παναγιώτη. Αυτό πιστεύει η οικογένεια Βασιλέλη.
"Να δικαιωθεί ο Παναγιώτης. Τίποτα άλλο δεν θέλω. Θέλω να δικαιωθεί".
H σειρά

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου