«Τελευταία Κλήση»: η ταινία που βασίζεται στην αληθινή υπόθεση του Σορίν Ματέι που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία

 


Η υπόθεση που σόκαρε το πανελλήνιο, γέμισε με ερωτηματικά για τον ρόλο της τηλεόρασης και την ανικανότητα της αστυνομίας και αποτέλεσε μεταξύ άλλων ιστοριών έμπνευση για την ταινία "Τελευταία Κλήση".

-Λένε για σας ότι έχετε και ψυχολογικά προβλήματα.

-(…) Τώρα έχω πιο πολλά.

-Δηλαδή;

-Τώρα μου την έχει δώσει κατακέφαλα να πούμε. Με χτυπήσανε κιόλας, μου ‘ρχεται να κάνω εμετό, διάφορα να πούμε, ιδρώνω… Έχω εδώ τους ανθρώπους και κάθονται σαν μισοπεθαμένοι να πούμε, σαν κηδεία λες και είμαστε. Νιώθω σου λέω χάλια…»




Τις ερωτήσεις τις κάνει ο Νίκος Ευαγγελάτος και ο άνθρωπος που απαντάει νευρικά, κοφτά είναι ο Σορίν Ματέι. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο σήμερα σε κάποιον που δεν το έζησε να το πιστέψει, αλλά ο παραπάνω διάλογος ήταν μόνο ένα μικρό μέρος των όσων ακούστηκαν ζωντανά εκείνο το βράδυ στην τηλεόραση. Σε μία σύνδεση που διήρκεσε συνολικά τέσσερις ώρες.

Ήταν 23 Σεπτεμβρίου του 1998 όταν ο Ρουμάνος κακοποιός τηλεφώνησε στον ΣΚΑΙ και ο τότε διευθυντής ειδήσεων Σταμάτης Μαλέλης, πέρασε τη γραμμή στον Νίκο Ευαγγελάτο, τον κεντρικό παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων. Ένα δελτίο πολύ δημοφιλές εκείνη την εποχή και πολύ διαφορετικό, με παράθυρα, μαλώματα, αρκετά «λαϊκό» όπως θα το χαρακτηρίσουν και οι ίδιοι χρόνια αργότερα. Και πρώτο στην τηλεθέαση.

Ο Σορίν Ματέι θα τους πει ότι κρατάει τέσσερις ομήρους στο διαμέρισμα της Νιόβης 4, στα Κάτω Πατήσια και πώς στα χέρια του έχει μία χειροβομβίδα απασφαλισμένη. Προειδοποιούσε ζωντανά, μπροστά σε χιλιάδες τηλεθεατές την αστυνομία ότι αν κάνει κανένα αστείο και προσπαθήσει να μπει στο διαμέρισμα, θα ανατιναχτούν όλοι μαζί στον αέρα.




«Ζητάω 500.000 δολάρια. Και λίγα είναι. Για τα έξοδα μόνο», θα πει και θα αποκαλύψει ότι μισή ώρα προηγουμένως είχε κάνει χρήση ηρωίνης.

Στο κανάλι τα έχουν χαμένα. Η αστυνομία δεν έχει παρέμβει, δεν τους έχει πει τι να κάνουν. Να διακόψουν τη σύνδεση; Να συνεχίσουν να του μιλούν; Τι να του πουν και με τι ύφος; Θα περάσει μία ώρα μέχρι οι αρχές να επικοινωνήσουν και να ζητήσουν από τον Ευαγγελάτο να συνεχίσει τη σύνδεση γιατί όπως θα του πουν, κατά τη συνομιλία τους, για κάποιο λόγο ο Ματέι ηρεμούσε.

Ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, Θεόδωρος Παπαφίλης, θα αναλάβει τις διαπραγματεύσεις και στις 8 το βράδυ θα φτάσει στον ΣΚΑΙ ο υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Θεόδωρος Πλάκας, με σκοπό να κατευθύνει τις διαπραγματεύσεις.

Η αστυνομία δεν είχε ακόμη ομάδα διαχείρισης κρίσεων, ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτή η υπόθεση και η αιματηρή λεωφορειοπειρατεία της επόμενης χρονιάς θα οδηγούσαν στη δημιουργία αυτού του σώματος.




Κάτω απ’ το διαμέρισμα έχουν μαζευτεί αστυνομικοί και δεκάδες άνθρωποι. Η αστυνομία δεν έχει κάνει καν το βασικό: να αποκλείσει την περιοχή. Ο Σορίν Ματέι νιώθοντας τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και την περίπτωση να φύγει η χειροβομβίδα από το χέρι του όλο και να πλησιάζει, θα βγει στο μπαλκόνι.

Θα φωνάξει να του φέρουν αμφεταμίνες, για να τον κρατήσουν ξύπνιο και σε εγρήγορση. Αντί για αμφεταμίνες όμως, η αστυνομία σε ένα ρεσιτάλ κουτοπονηριάς θα προσπαθήσει να τον κοροϊδέψει και θα του δώσει υπνοστεντόν. Θα το καταλάβει. Θα δώσει τα χάπια στην όμηρο Αμαλία Γκινάκη προκειμένου να διαβάσει κι εκείνη τι γράφουν πάνω τα χάπια. Θα του το επιβεβαιώσει. Οργισμένος, θα βγει στο μπαλκόνι και θα φωνάξει:

«Ρε φέρε αμφεταμίνες να πούμε με έχουν πιάσει τα νεύρα μου. Έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ μέσα. Μια λάμψη θα δείτε και τίποτα άλλο. Κουτάλι θα φέρετε και θα μάς μαζεύετε».

Οι αστυνομικοί πίστευαν ότι η χειροβομβίδα που κρατούσε ήταν ψεύτικη. Ήθελαν να πέσει ναρκωμένος στο πάτωμα. Προς το παρόν, ευτυχώς το σχέδιο τους δεν πήγε όπως ήθελαν.

Γιατί όμως πίστευαν ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη; Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει να δούμε πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία.




Ο Σορίν Ματέι μπαινόβγαινε στις φυλακές από τα 15 του. Είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Πεταλούδας» λόγω των συχνών αποδράσεών του. Η τελευταία του απόδραση, δυο βδομάδες πριν την ομηρία στο διαμέρισμα της Νιόβης 4, θα έπληττε το γόητρο της αστυνομίας.

Πριν φτάσουμε όμως στο μοιραίο βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου του 1998 με την εισβολή του στο διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια και τα όσα ακολούθησαν, είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες ημέρες μία σειρά από γεγονότα.

«Μετρ των αποδράσεων» έγραφαν οι εφημερίδες

Αρχικά θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο Ματέι ήταν γνωστός στις Αρχές πολύ πριν από το φθινόπωρο του 1998. Διαβάζουμε στο ρεπορτάζ του Πάνου Σόμπολου για την εφημερίδα Έθνος της 7ης/9/1998 πως ο Ματέι είναι «σκληρός και λίαν επικίνδυνος κακοποιός. Έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις αρχές για απόπειρα ανθρωποκτονίας, ένοπλες ληστείες, σωματικές βλάβες κι ένα σωρό άλλες εγκληματικές πράξεις. Θεωρείται μετρ και στις αποδράσεις καθόσον δραπέτευσε πέντε φορές ως τώρα. Τελευταία - τον περασμένο Ιούλιο (σ.σ. του 1998) - κατάφερε να δραπετεύσει από το Τμήμα Μεταγωγών Πατρών».




Σόρίν Ματέι: Πώς πήρε όμηρο τον Κρυσταλλογιάννη

Ο Σορίν Ματέι μαζί με έναν συγεργό του από τη Χαλκίδα, τον Παναγιώτη Χαλεπά, είχαν αποπειραθεί να ληστέψουν έναν τοπικό επιχειρηματία. Ο Ρουμάνος τον πυροβόλησε στα πόδια, ενώ αυτόπτες μάρτυρες αναγνώρισαν τον συνεργό του, που συνελήφθη. Εκείνος στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους αστυνομικούς στήνοντας ουσιαστικά παγίδα τον Ματέι.

Στην εισβολή όμως που πραγματοποιείται στο σπίτι του Ματέι οι αστυνομικοί αιφνιδιάζονται καθώς ο Ματέι έχοντας υποψιαστεί την ενέδρα τούς περιμένει κρατώντας ένα όπλο και δύο χειροβομβίδες.  Αφού πήρε ως όμηρο τον αστυφύλακα του τμήματος ασφαλείας Χαλκίδας Θανάση Κρυσταλλογιάννη (33 χρονών τότε, από τα Ελληνικά Ευβοίας) κατευθύνθηκε με αυτοκίνητο στην εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας και διέφυγε ύστερα από αρκετές ώρες περιπλάνησης παρά την αστυνομική συνοδεία. 

Τελικά κάπου στον Πειραιά εγκατέλειψε το αμάξι και τον αστυνομικό και επιβιβάστηκε σε ταξί προς άγνωστη κατεύθυνση. Μετά από αυτό το περιστατικό οι αστυνομικοί ήρθαν για δεύτερη φορά πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σορίν Ματέι σε αγροτική περιοχή της Λάρισας, αλλά μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών ξέφυγε.

«Όταν απελευθέρωσε τον αστυνομικό Κρυσταλλόγιαννη στον Πειραιά, έφερε μαζί του ένα πιστόλι σαρανταπεντάρι και ρεις χειροβομβίδες. Σε περίπτωση που θα βρεθεί σε δύσκολη κατάσταση δεν θα διστάσει να προκαλέσει μακελειό» έγραφε προφητικά το Έθνος στις 7 Σεπτεμβρίου. Δύο εβδομάδες αργότερα ο Σορίν Ματέι θα χρησιμοποιούσε όντως τη χειροβομβίδα και θα προκαλούσε μακελειό...

Πλέον η σύλληψή του είχε γίνει για εκείνους ζήτημα τιμής.




Θα τον εντοπίσουν ξανά. Στο υπόγειο διαμέρισμα μίας φίλης του επίσης τοξικοεξαρτημένης, στον οδό Νιόβης 4. Ξέρουν πόσο επικίνδυνος είναι και δε θα προσπαθήσουν να τον συλλάβουν αμέσως. Θα τον παρακολουθήσουν και θα περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου θα πιστέψουν ότι η κατάλληλη ώρα είχε έρθει.

Ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Γιώργος Ρωμαίος, βρισκόταν στο εξωτερικό και θα ενημερωθεί τηλεφωνικά, και ο εισαγγελέας Σακκάς, θα είναι εκείνος που θα δώσει εντολή στους αστυνομικούς να μην πυροβολήσουν κατά την έφοδό τους.

Στις 7 το απόγευμα άντρες των ειδικών δυνάμεων εισέβαλαν στο υπόγειο διαμέρισμα της φίλης του Ματέι. Θα βρουν τον Ρουμάνο ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι, έχει μόλις πάρει τη δόση του. Θα πετάξουν μια κροτίδα κρότου-λάμψης και θα τον χτυπήσουν στο κεφάλι με το περίστροφο. Ο Ρουμάνος δραπέτης όμως θα καταφέρει να τους ξεφύγει, να κλειδωθεί στην τουαλέτα, να βγει στον φωταγωγό και από εκεί να σκαρφαλώσει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου.

Εκεί βρίσκονται η Σουλτάνα Γκινάκη, τα δύο της παιδιά, Ευάγγελος και Αμαλία, 24 και 25 χρονών αντίστοιχα, και ο αρραβωνιαστικός της τελευταίας, Αποστόλης Μακρινός. Ο Ματέι, χρησιμοποιώντας τα κορδόνια των παπουτσιών της 24χρονης, θα δέσει τους καρπούς της Αμαλίας -τον έναν με τον καρπό του αρραβωνιαστικού της και τον άλλον με το δικό του χέρι. Τότε θα τηλεφωνήσει στον ΣΚΑΙ και από εκείνη τη στιγμή θα ξεκινήσει το πρωτάκουστο «τηλεοπτικό σόου».

Στις 9 το βράδυ θα φτάσει έξω απ’ το διαμέρισμα ο ίδιος ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., Αθανάσιος Βασιλόπουλος. Θα ανακρίνει γρήγορα-γρήγορα τη φίλη του Σορίν Ματέι στο ισόγειο της πολυκατοικίας και παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν καταλάβαινε ούτε που βρισκόταν λόγω της επήρειας των ναρκωτικών, θα δώσει σημασία στα λόγια της. Θα του πει ότι η χειροβομβίδα είναι ψεύτικη και εκείνος θα την πιστέψει. Οι φωνές των αστυνομικών που θα προσπαθήσουν να τον πείσουν για το αντίθετο θα πέσουν στο κενό.

Θα απομακρύνει τις κάμερες, τα κανάλια και θα δώσει διαταγή να σταματήσει η ζωντανή σύνδεση με το δελτίο του ΣΚΑΙ. Και θα αρχίσει να οργανώνει την επιχείρηση. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Σταμάτης Μαλέλης θα πει ότι ο αστυνόμος Πλάκας, ο οποίος βρισκόταν δίπλα του στο στούντιο, του είπε ότι ο αρχηγός κάνει λάθος. Η χειροβομβίδα είναι αληθινή.

Στην ερασιτεχνική έφοδο θα συμμετέχει αυτοπροσώπως και ο αρχηγός της ΕΛΑΣ. Είναι προφανές ότι δεν έχουν ιδέα τι πρέπει να κάνουν. Την ώρα που οι αστυνομικοί μπαίνουν στο κτίριο, ο Ματέι έχει μόλις απελευθερώσει, όπως είχε υποσχεθεί νωρίτερα, τη Σουλτάνα Γκινάκη, τη μητέρα. Μερικές ώρες νωρίτερα είχε αφήσει ελεύθερο και τον γιο της.

Όταν οι αστυνομικοί έκαναν την έφοδο στο διαμέρισμα, τράβηξαν με δύναμη τον αρραβωνιαστικό της Γκινάκη, με αποτέλεσμα να κοπεί το κορδόνι που τον έδενε μαζί της. Κατάφεραν να τον σώσουν. Την ίδια στιγμή όμως, ο Ματέι άρπαξε σφιχτά την κοπέλα η οποία άρχισε να φωνάζει πανικόβλητη «Μη, μη μη…». Μπορεί να είχε διακοπεί η τηλεφωνική επικοινωνία του Ματέι με τον ΣΚΑΙ, αλλά ο κακοποιός είχε αφήσει το τηλέφωνο ανοιχτό. Όσα διαδραματίζονταν μεταδίδονταν ζωντανά στον αέρα του σταθμού. Οι φωνές, οι βρισιές και η μοιραία έκρηξη, όλα έγιναν live, μπροστά στα μάτια των σοκαρισμένων τηλεθεατών.

Οι αστυνομικοί θα υποστηρίξουν ότι ο Ματέι έβαλε τη χειροβομβίδα μέσα στο σορτσάκι της κοπέλας και την έσπρωξε πάνω τους. Οι συγγενείς της κοπέλας θα αναφέρουν μία άλλη εκδοχή. Θα πουν ότι έμαθαν πως η χειροβομβίδα έσκασε ακριβώς πίσω από τα πόδια της, με αποτέλεσμα να ακρωτηριαστεί.

Όπως και να συνέβη το περιστατικό, αυτό το βράδυ, αυτή η επιχείρηση και αυτός ο κακοποιός θα οδηγούσαν στον θάνατο της άτυχης κοπέλας. 17 ημέρες μετά θα άφηνε την τελευταία της πνοή στον Ερυθρό Σταυρό, μετά από μία μάχη που είχε χαρακτηριστεί από την αρχή μάταιη.

Από τα θραύσματα της χειροβομβίδας θα τραυματιστεί και ο αρχηγός της ΕΛΑΣ, καθώς και ακόμη τέσσερις αστυνομικοί. Ο νεαρότερος από αυτούς και οδηγός του αρχηγού, Γιώργος Παλιούρας, δεν θα στεκόταν το ίδιο τυχερός με τους υπόλοιπους. Θα έχανε τελικά το ένα του πόδι.

Από την έκρηξη τραυματίστηκε ελαφρά και ο ίδιος ο κακοποιός, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί αρχικά στον Ερυθρό Σταυρό και στη συνέχεια στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Ο διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου, Κώστας Αλεξίου, θα αποφασίσει τη μεταφορά του στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, καθώς έκρινε ότι η κατάστασή του δε διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Έχει κάνει όμως και αυτός λάθος.




Στις 26 Σεπτεμβρίου θα βρεθεί νεκρός. Η επίσημη ιατροδικαστική εξέταση θα αποδώσει τον θάνατο σε «πνιγμό λόγω εισρόφησης γαστρικού υγρού», σε συνδυασμό «με την παρατεταμένη καταστολή». Είναι αλήθεια ότι όσο νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό ο Σορίν Ματέι, οι γιατροί του είχαν χορηγήσει μεγάλες ποσότητες υπνωτικών, προκειμένου να τον κρατούν σε καταστολή.

Ο γιατρός υπηρεσίας του νοσοκομείου του Κορυδαλλού, Ιωάννης Κούτρας θα αναφέρει ότι οι ποσότητες που βρέθηκαν αργότερα στο αίμα του δεν ήταν για άνθρωπο. «Ήταν δόσεις για ελέφαντα». Οι φύλακες όμως υποστήριξαν ότι την τελευταία φορά που τον είδαν πριν πνιγεί μέσα στον εμετό του, ότι είχε επαφή με το περιβάλλον.

Για τον θάνατο της Αμαλίας Γκινάκη όλη η τότε πολιτική ηγεσία εξέφρασε την θλίψη της. Συγκεκριμένα ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έστειλε τηλεγράφημα προς την Σουλτάνα Γκινάκη ενώ ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κώστας Καραμανλής εξέφρασε τον αποτροπιασμό του για την απαράδεκτη προσπάθεια «ηρωοποίησης» του αδίστακτου κακοποιού Σορίν Ματέι. Η αποτυχημένη επιχείρηση χαρακτηρίστηκε σημαντικό πλήγμα στο κύρος της ελληνικής αστυνομίας.

Αμέσως μετά την επιχείρηση, ο αντιστράτηγος Αθανάσιος Βασιλόπουλος παραιτήθηκε από την αρχηγία της Αστυνομίας και αμέσως ξεκίνησε πειθαρχική και δικαστική έρευνα για την υπόθεση. Ο Βασιλόπουλος ανέλαβε όλη την ευθύνη για όσα έγιναν κάνοντας λόγο για λάθος του ίδιου και λανθασμένης ενημέρωσης των υφισταμένων. Τέθηκε σε διαθεσιμότητα για έναν χρόνο με την αιτιολογία της ακούσιας ανθρωποκτονίας λόγω αμέλειας. Η εισαγγελέας πρωτοδικών Μαρία Μαλούχου εισηγήθηκε την δίωξη όλων των αξιωματικών της Αστυνομίας που συμμετείχαν στην επιχείρηση με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και των σωματικών βλαβών από αμέλεια παρ'υποχρέου κατά συρροή. Ανάμεσα στους αξιωματικούς ήταν και οι Αθανάσιος Βασιλόπουλος, πρώην αρχηγός της Αστυνομίας, και Ιωάννης Γεωργακόπουλος, αντιστράτηγος και τότε αρχηγός της Αστυνομίας, εξαναγκάζοντας τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Δημήτριο Ρέππα να εκφράσει δημόσια την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Αρχηγού της Αστυνομίας. Στις 8 Μαΐου 2000 απηλλάγησαν από το Τριμελές Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών όλοι οι αξιωματικοί της Αστυνομίας.

Στο απαλλακτικό βούλευμα άσκησε έφεση η οικογένεια της Αμαλίας Γκινάκη. Ο Εισαγγελέας Εφετών Καφίρης εισηγήθηκε την παραπομπή σε δίκη μόνο του Αθανάσιου Βασιλόπουλου με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και των σωματικών βλαβών επίσης από αμέλεια καθώς εσφαλμένα εκτίμησε και το ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη, και το ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί αιφνιδιαστική επέμβαση στο συγκεκριμένο διαμέρισμα. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ήταν τελικά θετικό στην παραπομπή σε δίκη. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Παναγιώτης Δημόπουλος, άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως ύστερα από αίτηση του ίδιου του Βασιλόπουλου σύμφωνα με την οποία υπήρχαν ασάφειες και συγχύσεις στην αιτιολογία του βουλεύματος. Το Ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου αποφάσισε (με την υπ αριθμ. 1335/2001) την αναίρεση της δίκης και παρέπεμψε πάλι την υπόθεση στο Συμβούλιο Εφετών. Τελικώς η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή με το σκεπτικό ότι εσφαλμένα είχε εκτιμήσει ότι η χειροβομβίδα που είχε τοποθετήσει ο κακοποιός Σορίν Ματέι στα ρούχα της κοπέλας ήταν ψεύτικη, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατό της. Αμέσως μετά ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος άσκησε έφεση κατά της απόφασης. Στο δεύτερο δικαστήριο ο εισαγγελέας έδρας Ελευθέριος Πατσής εισηγήθηκε την αθώωσή του, κάτι που έγινε δεκτό από το δικαστήριο. Στις 22 Απριλίου 2005 το πενταμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών αθώωσε κατά πλειοψηφία τον Αθανάσιο Βασιλόπουλο για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας απο αμέλεια.

Επίσης εξετάστηκε η ευθύνη του προϊσταμένου εισαγγελέα Ιωάννη Σακκά. Ο Ιωάννης Σακκάς ανέφερε μεταξύ άλλων ότι εξέφραζε συνεχώς επιφυλάξεις για την ζωή των ομήρων, ότι οι αξιωματικοί του μετέφεραν την πεποίθησή τους ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη και ότι οι αρχηγός, υπαρχηγός και αττικάρχης τον πληροφόρησαν ότι έχουν την έγκριση του υπουργείου Δημόσιας Τάξης και του πρωθυπουργού. Στο πόρισμά του ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Παναγιώτης Ζαβολέας, έκρινε ότι δεν έλαβε ως όφειλε θέση για το αν οι αστυνομικοί θα αποφάσιζαν να πυροβολήσουν τον Ματέι και επιπλέον ότι το μόνο που συνέστησε προς πάντες ήταν η διαφύλαξη «παντί τρόπω» της ζωής των ομήρων. Τελικώς η όποια ευθύνη για τον εισαγγελέα Ιωάννη Σακκά αποκλείστηκε.

Η οικογένεια Γκινάκη προσέφυγε με αγωγή κατά του Δημοσίου ζητώντας αποζημίωση 700 εκατομμυρίων δραχμών. Αγωγή για ηθική βλάβη κατά του δημοσίου άσκησε και ο Γιώργος Παλιούρας, οδηγός του Αθανάσιου Βασιλόπουλου, που ακρωτηριάστηκε από την έκρηξη. Συγκεκριμένα λόγω του ακρωτηριασμού του κρίθηκε ανίκανος προς κάθε εργασία και συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία μόλις 39 ετών. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι υπεύθυνο όταν δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα με σχέδιο και προβλέψεις για τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια των ανδρών της ΕΛ.ΑΣ και του επιδίκασε αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης 300.000 ευρώ. Σφοδρή κριτική δέχτηκε και ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ για την μετάδοση της ομηρίας. Με αφορμή το γεγονός αυτό το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επέβαλε πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δραχμών στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, για την απευθείας μετάδοση με το σπίτι της οδού Νιόβης και τον Σορίν Ματέι.

Η ταινία




Τελευταία Κλήση: Ένα ελληνικό ψυχολογικό θρίλερ που θα σε εγκλωβίσει στην ιστορία του.

Η Τελευταία Κλήση, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Sherif Francis, εμπνέεται από την αληθινή ιστορία που έλαβε χώρα στις 23 Σεπτεμβρίου 1998, όταν ο Σορίν Ματέι εισέβαλε σε πολυκατοικία στα Πατήσια και υπό την απειλή χειροβομβίδας, κράτησε όμηρη μια οικογένεια. Ο Νίκος Ευαγγελάτος ήταν εκείνος που κλήθηκε να διαχειριστεί μία τόσο σοβαρή, και λεπτή, κατάσταση, την ώρα που ολόκληρη η Ελλάδα παρακολουθούσε με αγωνία τις εξελίξεις.




Ακόμα κι αν τα γεγονότα είναι ευρέως γνωστά, η Τελευταία Κλήση, που κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Tanweer, κρατάει την βασική ιδέα και αφηγείται μια νέα ιστορία γεμάτη δράση και αγωνία, που κρατάνε “ζεστό” το ενδιαφέρον του θεατή.




Μια ταινία μυθοπλασίας εμπνευσμένη από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

Η πλοκή

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Κλοπή όπλων από στρατόπεδο. Ένας γνωστός κακοποιός, ο Νικολάι Ράντου (Ορφέας Αυγουστίδης), ταμπουρώνεται σε διαμέρισμα στο Παγκράτι κρατώντας όμηρο μια οικογένεια και στο χέρι του έχει απασφαλίσει μια χειροβομβίδα. Στο μυαλό του, υπάρχει μονάχα ένας όρος για να μην τα τινάξει όλα στον αέρα. Να βγει ζωντανά στην τηλεόραση και να διαπραγματευτεί με τον παρουσιαστή, όχι όμως τον βασικό, αλλά έναν νέο ρεπόρτερ του αστυνομικού ρεπορτάζ, τον Αντώνη Δούκα που υποδύεται ο Γιώργος Μπένος.




Ένα κανάλι σε πανικό, ένα κεντρικό δελτίο ειδήσεων σε νευρική κατάρρευση και μια αστυνομία που μοιάζει να παρακολουθεί τον εαυτό της να εκτίθεται για πολλοστή φορά. Την ίδια ώρα όμως, κάπου στο παρασκήνιο, νήματα που κινούνται αθόρυβα και η ατμόσφαιρα εκτός από μπαρούτι, μυρίζει αγωνία και πλεκτάνη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.




Όσο περνάει η ώρα, η ένταση νιώθεις να σε σφίγγει, κάθε σκηνή λειτουργεί σαν αντίστροφη μέτρηση, αλλά με ένα βασικό twist. Ότι δεν ξέρεις αν όντως μετράς προς το τέλος που νομίζεις ότι ξέρεις βάσει της ιστορίας.

Η ένταση σε πρώτο πλάνο

Ο Ορφέας Αυγουστίδης ως Νικολάι Ράντου είναι ο πυρήνας της έκρηξης. Δεν είναι απαραίτητα ο χαρακτήρας με τον περισσότερο χρόνο στην οθόνη, αλλά εκείνος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα. Παίζει σε μια λεπτή γραμμή, ανάμεσα στην απόγνωση και την παράνοια, ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη. Το βλέμμα του κρατά τη χειροβομβίδα πριν καν τη δεις.

Ο Γιώργος Μπένος ως ανερχόμενος δημοσιογράφος Αντώνης Δούκας ξεκινά φοβισμένος, σχεδόν αμήχανος μπροστά στη ζωντανή διαπραγμάτευση. Τρέμει, δεν του βγαίνουν τα λόγια, σταδιακά, όμως, βρίσκει φωνή και μαζί της, επιρροή. Η σχέση που αναπτύσσει με τον κακοποιό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του φιλμ, ένα παιχνίδι εξουσίας που αλλάζει ισορροπίες.




Η Μαρία Ναυπλιώτου ως διευθύντρια ειδήσεων Καρολίνα Στεργίου κινείται στα παρασκήνια, πίσω από μικρόφωνα και ακουστικά, μια και δεν διακυβεύονται μόνο οι ζωές των ομήρων και του εγκληματία, αλλά και εκείνων που άθελά τους βρέθηκαν να διαπραγματεύονται τις ζωές ανθρώπων, χωρίς καν να είναι η δουλειά τους. η ενημέρωση και πού αρχίζει το θέαμα.



Bonus info

Σκηνοθετικό Σημείωμα

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός να παρακολουθώ μαζί με όλη τη χώρα το πραγματικό γεγονός που με ενέπνευσε να γράψω αυτό το σενάριο ζωντανά στην τηλεόραση. Παρακολουθήσαμε συλλογικά μια συνταρακτική ιστορία που εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο, με τις λεπτομέρειές της να αναδύονται σταδιακά… μέχρι το τραγικό τέλος, το οποίο επίσης μεταδόθηκε ζωντανά. Την ίδια αίσθηση που είχαμε κι εμείς τότε, θέλω να μεταφέρω στο κοινό. Γι’ αυτό και η ιστορία της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα πραγματικά περιστατικά, μιας και αυτό που πάντα αναρωτιόμαστε είναι «τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά». Αυτό έρχεται να προσθέσει η μυθοπλασία και να προσθέσει σε χαρακτήρες και καταστάσεις, δίνοντας μια νέα πρωτότυπη διάσταση. Η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα και όχι με κάποιο προηγούμενο γεγονός. Γιατί έτσι το ζήσαμε κι εμείς. Τα «πώς» και τα «γιατί» θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η δράση ξετυλίγεται κυρίως σε δύο βασικούς χώρους – τον τηλεοπτικό σταθμό και το διαμέρισμα (εσωτερικά και εξωτερικά).
Οι πρωταγωνιστές είναι παγιδευμένοι σε αυτούς τους δύο χώρους. Οι όμηροι και ο Νικολάι είναι παγιδευμένοι στο διαμέρισμα, ο Αντώνης στη θέση του παρουσιαστή, και ο ταξίαρχος Οικονόμου, ο επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, έξω από την πολυκατοικία όπου λαμβάνει χώρα η ομηρία. Τα συναισθήματα των χαρακτήρων ξεκινούν με σχετική ηρεμία, αλλά καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση αυξάνεται. Ουσιαστικά, καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περνούν από τα πέντε στάδια του πένθους χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Κάθε ατάκα, έκφραση ή κίνηση θα αντικατοπτρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες σε κάθε σκηνή. Οι ηθοποιοί θα είναι στο επίκεντρο καθώς η ταινία βασίζεται κυρίως στην υποκριτική τους. Θα μπορούσα να περιγράψω την ταινία ως ένα αστυνομικό θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και στο οποίο παρακολουθούμε τις ταυτόχρονες ιστορίες των πρωταγωνιστών που, αν και δε βρίσκονται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, προσπαθούν να επιτύχουν έναν κοινό στόχο. Αυτή η προσέγγιση είναι που καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας ο οποίος μοιάζει με αυτόν του παλμού της καρδιάς… Καθώς ο χρόνος τελειώνει, οι καρδιακοί παλμοί επιταχύνονται μέχρι την έκρηξη της χειροβομβίδας οπότε και σταματάνε. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στο κοινό από την αρχή έως το τέλος της ταινίας.

Στόχος μου είναι η ταινία αυτή να τραβήξει την προσοχή του θεατή από την αρχή, να μην τον αφήσει να πάρει ανάσα και ταυτόχρονα να τον κάνει να ανυπομονεί για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, ακόμα κι αν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, βουτάμε στην πλοκή και καθώς η ιστορία προχωρά, λαμβάνουμε πληροφορίες που εντείνουν την αγωνία ενώ όλο και περισσότερα πράγματα διακυβεύονται.


Sherif Francis


Ο δημιουργός της ταινίας «Τελευταία Κλήση», Sherif Francis αποκαλύπτει στο Αθηνόραμα  και τον Χρήστο Μήτση πώς εμπνεύστηκε, την επιλογή του καστ αλλά και το κατά πόσο εύκολο είναι να γυρίζει κάποιος αστυνομικό θρίλερ στην Ελλάδα.  


Πως ξεκίνησε η ιδέα μιας ταινίας βασισμένης στην υπόθεση Σορίν Ματέι;

Πρώτα υπήρξε η προσωπική μου ανάγκη να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους. Αυτό ήταν κάτι που το ονειρευόμουν για πολλά χρόνια. Έψαξα διάφορες πραγματικές ιστορίες που αποτέλεσαν για μένα πηγή έμπνευσης, όμως για χάρη της μυθοπλασίας αποφάσισα να μη τις ακολουθήσω πιστά Ξεκίνησα ψάχνοντας διάφορες πραγματικές ιστορίες, οι οποίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης, όμως για χάρη της μυθοπλασίας αποφάσισα να μην τις ακολουθήσω πιστά. Μαζί με την Κατερίνα Μπέη γράψαμε ένα σενάριο με ήρωες που προέρχονται από τη δική μας φαντασία. Η Κατερίνα είναι ένας σπάνιος άνθρωπος, μια καλλιεργημένη γυναίκα που επάξια θεωρείται μια από τις καλύτερες σεναριογράφους της χώρας. Η περίοδος που γράφαμε το σενάριο ήταν από τις πιο δημιουργικές της ζωής μου. Για μήνες ολόκληρους συναντιόμασταν και ανταλλάσσαμε ιδέες, δημιουργώντας έτσι μια πρωτότυπη ιστορία.  

Πιστεύετε πως έχουμε μάθει όλη την αλήθεια για την υπόθεση Ματέι;

Αν εννοείτε ότι αυτό που διακυβεύεται στην ταινία είναι βασισμένο σε κάποια κρυμμένα μυστικά… δυστυχώς, εδώ θα σας απογοητεύσω. Πρόκειται για μια ταινία μυθοπλασίας. Κι αν αυτό το αφήγημα σας κέντρισε το ενδιαφέρον, τότε χαίρομαι πάρα πολύ!

Γιατί μεταφέρατε τα γεγονότα της ομηρίας την παραμονή πρωτοχρονιάς του 2000;

Η απόφαση να διαδραματίζεται η ταινία στην αλλαγή της χιλιετίας πάρθηκε σχεδόν από την αρχή της συγγραφής του σεναρίου. Για μένα συμβολίζει τη μετάβαση από το τέλος μιας εποχής στην αρχή μιας καινούργιας. Θυμάμαι, τότε όλοι περιμέναμε ότι θα έρθει μια νέα κοινωνική εξέλιξη που κατά βάση είχε ακόμα κάτι το άγνωστο. Υπήρχαν θεωρίες συνωμοσίας ,από το ότι θα καταστραφεί ο κόσμος μέχρι το ότι θα μας κατασπαράξει οικονομικά το ευρώ. Οι ήρωες της ταινίας δε ξέρουν τι συνέβη τελικά απ’ όλα αυτά, αλλά βρίσκονται όμως στο κέντρο αυτή της χρονικής μετάβασης. Το θεώρησα πολύ ενδιαφέρον δραματουργικά και πίστευα πως θα έδινε μια ξεχωριστή λεπτομέρεια στην ταινία.

Πως έγινε η επιλογή του καστ και γιατί η διευθύντρια ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "έγινε" γυναίκα – κάτι που δεν συμβαίνει ούτε τώρα στα ελληνικά κανάλια.

Η επιλογή του καστ ήταν μια ομαδική διαδικασία. Έγιναν συζητήσεις μεταξύ εμού, της παραγωγής και του casting director Μάκη Γαζή για αρκετούς μήνες. Ο καθένας έφερνε τις προτάσεις του στο τραπέζι κι όταν πιστεύαμε πως κάποιοι ηθοποιοί ταιριάζουν για ένα ρόλο, προχωρούσαμε σε διάφορα τεστ. Ο ρόλος της διευθύντριας ειδήσεων είναι γυναικείος γιατί, όπως κι εσείς λέτε, ούτε και σήμερα δεν υπάρχουν γυναίκες σε αυτή τη θέση. Μήπως να το ξανασκεφτούν αυτό τα κανάλια; Οι γυναίκες που έχουν προσόντα για διευθυντικές θέσεις είναι συνήθως χαρισματικές, οργανωτικές και δυναμικές. Έτσι ακριβώς φανταστήκαμε την Καρολίνα και χαίρομαι ιδιαιτέρως που τον ρόλο έπαιξε μια τόσο ταλαντούχα ηθοποιός όπως η Μαρία Ναυπλιώτου.

Πως δουλέψατε μαζί με τον Ορφέα Αυγουστίδη το ρόλο του απαγωγέα, ο οποίος απαιτεί λεπτούς σεναριακούς και ερμηνευτικούς χειρισμούς, ώστε ούτε να ηρωοποιηθεί ούτε όμως και να γελοιποιηθεί ως καρικατούρα;

Με τον Ορφέα κάναμε πολλές συζητήσεις γύρω από τον ήρωά του. Θέλαμε να κατανοήσουμε καλύτερα το χαρακτήρα του για να μπορέσει ο ίδιος να τον ερμηνεύσει έτσι ώστε να μην συμβεί αυτό που αναφέρατε. Την περίοδο που ο Ορφέας διάβασε για πρώτη φορά το σενάριο, μιλήσαμε στο τηλέφωνο και του είπα: "δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, αλλά εκτός απ’ το ότι θα πρέπει να βρούμε τις ισορροπίες του χαρακτήρα σου με το ότι έχει πάρει ναρκωτικά και τον κυνηγά η αστυνομία, ταυτόχρονα σε όλη την διάρκεια των γυρισμάτων θα έχεις μια χειροβομβίδα στο ένα χέρι κι ένα τηλέφωνο στο άλλο. Είσαι έτοιμος να το κάνεις αυτό;" κι εκείνος μου απάντησε πως ήταν πανέτοιμος. Δουλέψαμε σκληρά στις πρόβες για να περνά ο χαρακτήρας από διαφορετικά ψυχολογικά στάδια, όσο περνούν οι ώρες της ομηρίας σύμφωνα με την ιστορία της ταινίας. Απέδειξε πως είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός και θαυμάζω πάρα πολύ αυτό που κατάφερε.

Πόσο δύσκολο είναι ν αγυρίσει κάποιος ένα αστυνομικού θρίλερ στην Ελλάδα; 

Θα ήθελα να πω ότι δεν αντιμετωπίσαμε δυσκολίες στο να κάνουμε ένα αστυνομικό θρίλερ. Είναι ένα είδος αναπτυσσόμενο τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Πιστεύω, όμως, πως ακόμα η χώρα μας είναι πιο πίσω στις ταινίες δράσεις. Αυτό συμβαίνει είτε για λόγους οικονομικούς είτε γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί εξειδικευμένοι επαγγελματίες του είδους. Συνεπώς, ακόμα κι αν δε θες να κάνεις μια ταινία εξ ολοκλήρου δράσης, αλλά να βάλεις έστω μια δυο τέτοιες σκηνές, εκεί ίσως υπάρχουν μερικά εμπόδια.

Είχατε κάποιες ταινίες αναφοράς στο νου σας όταν γράφατε το σενάριο ή κατά τη σκηνοθετική προετοιμασία;

Αγαπώ και θαυμάζω πολύ τον αμερικανικό κινηματογράφο και συνήθως εμπνέομαι από αυτόν. Οι σεναριακές τεχνικές του βοηθούν στο να δημιουργείς μια ιστορία χωρίς τρύπες και οι ήρωες να περνούν από διαφορετικά στάδια μέχρι την κατάληξη της διαδρομής τους. Σκηνοθετικά, στην περίπτωση της "Τελευταίας Κλήσης" θα μπορούσα να πω ότι όσον αφορά το καδράρισμα ή το ρυθμό εμπνεύστηκα από ταινίες όπως οι "12 Ένορκοι", το "Se7en" ή ακόμα και το "Sin City" ή το "Δίκτυο".

Η μεγάλη σας πείρα στα βιντεοκλίπ και τα διαφημιστικά σας βοήθησε και πως; Φοβηθήκατε πως αυτή η "προϋπηρεσία” μπορεί να σας υπαγορεύσει μια συγκεκριμένη, βιντεοκλιπίστικη και στιλιζαρισμένη αφήγηση;

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συγκεκριμένη ερώτηση, διότι επιτέλους μου δίνεται η ευκαιρία να υποστηρίξω τους σκηνοθέτες που κάνουν βιντεοκλίπ και διαφημίσεις. Ο "βιντεοκλιπίστικος" όρος υποτιμά το είδος, ενώ πρόκειται για μια κατηγορία πολύ δύσκολη, καθώς μέσα σε λίγα λεπτά ή σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίστοιχα, ο σκηνοθέτης καλείται να αφηγηθεί μια ολοκληρωμένη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Επίσης, να μην ξεχνάμε πως οι σκηνοθέτες της γενιάς μου έφεραν την κινηματογραφική εικόνα στα βιντεοκλίπ στην Ελλάδα και τα αναβάθμισαν αισθητικά. Και φυσικά πολλοί καταξιωμένοι σκηνοθέτες ξεκίνησαν από κλιπ και διαφημίσεις, όπως ο Ντέιβιντ Φίντσερ, ο Σπάικ Τζόνζι, ο Μάικλ Μπέι, o Ζακ Σνάιντερ, ο Ρομέν Γαβράς, ακόμα κι ο Γιώργος Λάνθιμος. Τα κλιπ κι οι διαφημίσεις, λοιπόν, με έμαθαν πόσο σημαντική είναι δύναμη της εικόνας, το να μπορείς να πεις μια ιστορία χωρίς λέξεις.  

Η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη στο TheTOC




Η ταινία από τις πρώτες ημέρες προβολής της έχει καταφέρει να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια. Περιμένατε αυτή την ανταπόκριση από το κοινό και μάλιστα τόσο άμεσα;

Την ελπίζαμε. Προσωπικά με ενδιαφέρει η αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Θέλω αυτά που κάνουμε-μιλάω στον πληθυντικό, γιατί είναι η απόλυτα συλλογική δουλειά- να ενδιαφέρουν το κοινό. Αν κάτι στο οποίο συμμετέχω δεν βρει ανταπόκριση, στεναχωριέμαι. ‘Όχι μόνο γιατί δένομαι με τη δουλειά μου, αλλά και γιατί πιστεύω, πως το νόημα της όποιας "τέχνης" είναι να αλληλεπιδρά με τον κόσμο. Αν αυτό δεν συμβαίνει, κάτι κάνουμε λάθος εμείς. Η συγκεκριμένη δουλειά ήταν στοίχημα και λόγω είδους, αφού έχουν υπάρξει ελάχιστα δείγματα στην Ελλάδα, αλλά και λόγω χρονικής συγκυρίας, με τον πόλεμο που έχει "παγώσει" τα πάντα. Οπότε, θέλαμε και ελπίζαμε, να πάει καλά και ξαφνιαστήκαμε πολύ ευχάριστα με την υποδοχή της ταινίας.

Η ταινία βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, την υπόθεση ομηρίας του Σορίν Ματέι που συγκλόνισε την Ελλάδα των ‘90s. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και πολλά στοιχεία μυθοπλασίας που εξυπηρετούν την πλοκή. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς ως σεναριογράφος να ισορροπείτε ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα;

Κάθε δουλειά έχει και άλλες απαιτήσεις. Σε μια βιογραφία πχ πρέπει να εξυπηρετείς την ουσία του χαρακτήρα σου, να μην προδώσεις τα βασικά χαρακτηριστικά του, άσχετα με τον τρόπο που θα το κάνεις. Εδώ κάναμε το αντίθετο. Πήραμε μια αφορμή και προσπαθήσαμε να φανταστούμε ελεύθερα τα υπόλοιπα. Δεν σταθήκαμε σε χαρακτήρες, ούτε στην ακρίβεια των περιστατικών. Πήραμε κάποια γεγονότα της πραγματικότητας ως αφορμή για να μιλήσουμε για μια απειλή πιο γενική και ακαθόριστη. Ενδιαφέρον έχει, σε αυτήν την ιστορία, και σε πολλές άλλες δυστυχώς, πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, όλα μπορούν να πάνε λάθος, χωρίς κανείς να παίρνει, τελικά, την ευθύνη.

Τι ήταν αυτό που σας συγκλόνισε περισσότερο στην πραγματική υπόθεση;

Η απουσία ευθυνών. Η ευκολία που ο ένας πέταγε το μπαλάκι στον άλλον κι η επιπολαιότητα που πάρθηκαν οι αποφάσεις.

Πώς ξεκίνησε το γράψιμο της ιστορίας και πόσο χρόνο αφιερώσατε στην έρευνα πριν ξεκινήσετε να γράφετε; Μιλήσατε ίσως με κάποιους ανθρώπους που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την πραγματική υπόθεση;

Δεν μιλήσαμε με ανθρώπους που είχαν εμπλακεί στην ιστορία γιατί δεν θέλαμε να κάνουμε την πραγματική ιστορία: ούτε δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ούτε ρεπορτάζ. Θέλαμε με αφορμή αυτήν και κάποιες άλλες ιστορίες-όπως εκείνη της κλοπής πυρομαχικών από στρατόπεδο της Λάρισας, από την 17 Νοέμβρη- να μιλήσουμε για πιο ανθρώπινα πράγματα: την απόγνωση, τον φόβο, την προσπάθεια για επιβίωση και βέβαια για τους μηχανισμούς ενός κράτους που -όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση- υπολειτουργεί, αποποείται τις ευθύνες και συγκαλύπτει.

Πώς χτίσατε τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας;

Όλη την πλοκή και τους χαρακτήρες και την ατμόσφαιρα, τα χτίσαμε με κριτήριο τι εξυπηρετεί περισσότερο αυτό που θέλουμε να πούμε: τι θα μπορούσε να εντείνει την αγωνία και να κάνει την ιστορία πιο συναρπαστική. π.χ η επιλογή ενός άπειρου ρεπόρτερ, στη θέση του παρουσιαστή, που χειρίζεται την κατάσταση, σίγουρα αυξάνει τις πιθανότητες να γίνει κάποια γκάφα. Η επιλογή να συμβεί το περιστατικό παραμονές πρωτοχρονιάς 2000, δικαιολογεί κάπως και την ολιγωρία, ή υποστελέχωση των αρχών και του καναλιού και προσθέτει και μια έξτρα ζοφερότητα στην ατμόσφαιρα, αφού η έλευση στη νέα χιλιετία συνοδευόταν με εσχατολογικές θεωρίες αλλά και πολλές προσδοκίες.

Επίσης κάνει πιο σημαντική την ανάγκη της διευθύντριας ειδήσεων να αλλάξει με την κόρη της χρονιά. Γενικά σε μια τέτοιου είδους ταινία, προσπαθεί κανείς, να φέρει τους ήρωές του σε όσο πιο δύσκολη θέση γίνεται, για να ενταθεί η αγωνία και να μεγιστοποιηθούν τα διλήμματά τους.

Το σενάριο συνυπογράφετε μαζί με τον σκηνοθέτη της ταινίας Σεριφ Φράνσις. Πώς συνεργαστήκατε ως προς την εξέλιξη της γραφής; Υπήρξαν δημιουργικές διαφωνίες;

Από τη στιγμή που βρήκαμε τι θέλουμε να πούμε και ήμασταν και οι δυο στο ίδιο μήκος κύματος, ότι είπαμε ή σκεφτήκαμε ήταν απόλυτα συντονισμένο. Διαφωνίες και διαφορετικές ιδέες εννοείται πως πάντα υπάρχουν, αλλά αν δεν υπάρχει εγωισμός και εμμονή, μόνο για καλό είναι τελικά.

Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το πιο δύσκολο σημείο να γραφτεί και γιατί;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα σημείο, αλλά μπορώ να πω γενικότερα ποιες ήταν οι έξτρα δυσκολίες. Η μία ήταν να καταφέρουμε να παρασύρουμε τον θεατή να συντονιστεί με την ιστορία που λέμε, χωρίς να σκέφτεται την πραγματική ιστορία και να παρακολουθεί αδιάφορα, αφού πάνω κάτω φαντάζεται το τέλος. Δεύτερη δυσκολία, ήταν, να καταφέρουμε-πέρα από μια αγωνιώδη ταινία δράσης-να βγάλουμε και συναίσθημα: να συγκινήσουμε. Και νομίζω πως αυτό συμβαίνει δυο τρεις φορές στην ταινία. Πράγμα καθόλου αυτονόητο.

Νιώσατε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια στην πορεία σας, ότι κουβαλάτε "βάρος” όταν γράφετε για ένα πραγματικό γεγονός;

Όταν ξεκινάω να γράφω, προσπαθώ να αποσυνδεθώ και από προσδοκίες και από βάρη. Να βρω τρόπο να πω την ιστορία όσο καλύτερα μπορώ. Εκ των πραγμάτων οι βιογραφίες, ή οι διασκευές έχουν κάποιους περιορισμούς, αλλά αυτοί οι "περιορισμοί" είναι πιθανότατα κι οι λόγοι που επιλέξαμε να τις κάνουμε ταινίες.


Credits

Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Βασίλης Ρίσβας, Πολύδωρος Βογιατζής, Θοδωρής Σκυφτούλης, Ράσμη Τσόπελα

Σκηνοθεσία: Sherif Francis

Σενάριο: Sherif Francis & Κατερίνα Μπέη

Παραγωγός: Διονύσης Σαμιώτης

Line Producer: Πάνος Πετρόπουλος

Διευθυντής Φωτογραφίας: Ramon Malapetsas

Production Designer: Μιχάλης Σαμιώτης

Συμπαραγωγός: Κώστας Λαμπρόπουλος

Associate Producer: Κωνσταντίνος Κοντοβράκης

Δημιουργικός Σύμβουλος: Αγγελος Φραντζής

Μοντάζ: Θοδωρής Αρμάος G.F.E

Μουσική: Coti K

Ενδυματολόγοι: Άννα Ζώτου & Εβελίνα Δαρζέντα

Art Director: Μυρτώ Δασκαρόλη

Sound Design: Άρης Λουζιώτης

Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης

Ηχοληψία: Πάνος Παπαδημητρίου

Colorist: Μάνθος Σάρδης

VFX: Χρήστος Ζούμης

Κομμώσεις: Σωτήρης Πατεράκης

Μακιγιάζ: Κατερίνα Βαρθαλίτου

Casting Director: Μάκης Γαζής

Εκτέλεση Παραγωγής: View Master Films

Παραγωγή: Tanweer Productions




Επιμέλεια άρθρου: George James





Πηγές:





Σχόλια