Υπάρχουν προσωπικότητες που διαμόρφωσαν καθοριστικά το σύγχρονο κόσμο, άλλαξαν τον τρόπο που ζούμε, επικοινωνούμε και σκεφτόμαστε και όμως παραμένουν σχεδόν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Όχι επειδή η επίδρασή τους ήταν μικρή, αλλά επειδή η αλήθεια που αποκάλυψαν ήταν άβολη για την εξουσία. Πρόσωπα που δεν έγιναν σύμβολα μέσα από επίσημες τελετές ή εγχειρίδια ιστορίας, αλλά μέσα από τη σύγκρουσή τους με το ίδιο το σύστημα.
Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι ο Έντουαρντ Σνόουντεν. Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν τι ακριβώς αποκάλυψε; Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι οι αποκαλύψεις του δεν αφορούσαν απλώς ένα σκάνδαλο παρακολουθήσεων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται σήμερα η εξουσία στον ψηφιακό κόσμο; Το 2013, το όνομά του συνδέθηκε με μια από τις μεγαλύτερες ρωγμές στο αφήγημα της σύγχρονης δημοκρατίας: ότι η τεχνολογία υπηρετεί την ελευθερία. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τίποτα δεν μπορούσε πια να θεωρείται αυτονόητο.
Υπήρξε μια εποχή – όχι τόσο μακρινή – που το διαδίκτυο παρουσιαζόταν ως ο κατεξοχήν χώρος ελευθερίας. Ένας τόπος χωρίς σύνορα, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς κεντρική εξουσία. Ένας νέος δημόσιος χώρος, όπου η πληροφορία κυκλοφορεί ανεμπόδιστα και ο πολίτης αποκτά φωνή απέναντι στο κράτος και τις ελίτ. Αυτό το αφήγημα κυριάρχησε από τη δεκαετία του 1990 έως και τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Το 2013, με τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν, το αφήγημα αυτό κατέρρευσε με πάταγο.
Η προσωπική διαδρομή πίσω από τη μεγαλύτερη διαρροή του αιώνα
Ο Έντουαρντ Τζόζεφ Σνόουντεν γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1983 στο Έλκγκροουβ της Καλιφόρνια. Η οικογένειά του ήταν βαθιά συνδεδεμένη με το αμερικανικό δημόσιο: η μητέρα του εργαζόταν ως νοσηλεύτρια και ήταν ενεργή σε θέματα υγείας και κοινότητας, ενώ ο πατέρας του είχε θέσεις σε διάφορους δημόσιους οργανισμούς. Αυτή η «υπηρεσιακή κουλτούρα» καθόρισε την πρώιμη αντίληψη του Σνόουντεν για το κράτος: μια δύναμη που οφείλει να υπηρετεί το κοινό καλό.
Ωστόσο, η εκπαίδευση και η τεχνολογική του περιέργεια τον διαφοροποίησαν από τα τυπικά πρότυπα. Σπούδασε μόνος του σε μεγάλο βαθμό, καταπιάνοντας γλώσσες προγραμματισμού, κρυπτογράφηση και δίκτυα υπολογιστών. Το ενδιαφέρον του για την τεχνολογία δεν ήταν απλώς επαγγελματικό· ήταν υπαρξιακό: κατανοούσε από νωρίς πώς η πληροφορία μεταμορφώνει τον κόσμο.
Σε ηλικία μόλις 21 ετών, ο Σνόουντεν ξεκίνησε την πορεία του στον κόσμο των υπηρεσιών πληροφοριών, εργαζόμενος ως τεχνικός για τη CIA. Ο Έντουαρντ Σνόουντεν δεν εμφανίστηκε ως επαναστάτης. Δεν προερχόταν από πολιτικά κινήματα, ούτε από το χώρο της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης. Ήταν, αντιθέτως, παιδί του συστήματος. Μεγαλωμένος σε οικογένεια στενά συνδεδεμένη με το αμερικανικό κράτος, πίστεψε βαθιά στο αφήγημα της εθνικής ασφάλειας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όπως εκατομμύρια Αμερικανοί, θεώρησε αυτονόητο ότι η ασφάλεια προϋποθέτει θυσίες. Η διαφορά του από τους περισσότερους δεν ήταν ιδεολογική, αλλά βιωματική: είδε από μέσα τι ακριβώς σήμαιναν αυτές οι “θυσίες”.
Δεν ήταν πολιτικός ή ακτιβιστής. Ήταν νεαρός τεχνικός που πίστευε στην αξία της εθνικής ασφάλειας και στην ιδέα ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών λειτουργούν για την προστασία του πολίτη.
Αυτό που ξεκίνησε ως καριέρα έγινε βαθμιαία διαδικασία συνειδητοποίησης. Οι καθημερινές εργασίες, η πρόσβαση σε συστήματα συλλογής δεδομένων και η αλληλεπίδραση με κλειστές μονάδες ασφάλειας του αποκάλυψαν την έκταση της παρακολούθησης. Ο Σνόουντεν συνειδητοποίησε ότι η «ασφάλεια» συχνά σήμαινε συλλογή πληροφοριών χωρίς όρια, χωρίς έλεγχο, χωρίς λογοδοσία.
Η μαζική παρακολούθηση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Οι πρώτες αποκαλύψεις που θα ακολουθούσαν αφορούσαν την NSA και τη φιλοσοφία της καθολικής συλλογής δεδομένων. Τα έγγραφα που διέρρευσαν αποκάλυψαν ότι η υπηρεσία όχι μόνο παρακολουθούσε υπόπτους, αλλά συγκέντρωνε πληροφορίες για όλους, από πολιτικούς και δημοσιογράφους έως καθημερινούς πολίτες.
Η συλλογή περιελάμβανε:
- Μεταδεδομένα τηλεφωνικών κλήσεων
- Ιστορικό διαδικτυακών αναζητήσεων
- Αλληλογραφία και επικοινωνίες μέσω e-mail
- Κοινωνικά δίκτυα και online δραστηριότητες
- Τοποθεσίες και γεωγραφικά δεδομένα
Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι η παρακολούθηση δεν περιοριζόταν στο περιεχόμενο των επικοινωνιών. Αντιθέτως, το βάρος έπεφτε στα μεταδεδομένα: ποιος επικοινωνεί με ποιον, πότε, από πού, για πόσο. Αυτά τα δεδομένα, όταν συνδυάζονται, αποκαλύπτουν κοινωνικά δίκτυα, πολιτικές σχέσεις, προσωπικές συνήθειες, ακόμη και ψυχολογικά προφίλ. Όπως έχει επισημανθεί, τα μεταδεδομένα συχνά λένε περισσότερα από το ίδιο το περιεχόμενο.
Ο πολίτης βρέθηκε να ζει υπό έναν αόρατο φακό που καταγράφει κάθε κίνηση. Το πιο τρομακτικό είναι ότι ο πολίτης δεν έχει τρόπους πραγματικού ελέγχου: οι δικαστικές διαδικασίες και οι νόμοι είναι περίπλοκοι και η πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα γίνεται εν κρυπτώ.
Η στρατηγική ήταν ξεκάθαρη: αν συγκεντρώσουμε τα πάντα, κάποια στιγμή θα ξέρουμε τα πάντα. Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ένοχου και αθώου. Η συλλογή ήταν καθολική, προκαλώντας ανησυχία για την ίδια την έννοια της ιδιωτικότητας.
Η αποκάλυψη για την NSA από τον Σνόουντεν δεν αφορούσε μεμονωμένα σκάνδαλα ή παράνομες ενέργειες. Αφορούσε ένα ολικό όραμα παρακολούθησης. Το κράτος, μέσω τεχνολογιών αιχμής, είχε υιοθετήσει την αρχή της καθολικής συλλογής: καταγράφουμε τα πάντα, προκειμένου να γνωρίζουμε τα πάντα.
Αυτό δεν ήταν ένα πρόβλημα της τεχνολογίας, αλλά της πολιτικής φιλοσοφίας πίσω από αυτήν. Το επιχείρημα της εθνικής ασφάλειας είχε καταστεί απόλυτο και κάθε αμφισβήτηση θεωρείτο επικίνδυνη. Ο Σνόουντεν αποκάλυψε ότι το σύστημα λειτουργούσε με βάση την υπόθεση ότι ο πολίτης είναι ύποπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ακόμα και αν δεν είχε διαπράξει κανένα αδίκημα.
PRISM και η σύμπλευση με τις Big Tech
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία που αποκάλυψε ο Σνόουντεν ήταν το πρόγραμμα PRISM, το οποίο συνέδεε τις τεχνολογικές εταιρείες με τις υπηρεσίες πληροφοριών. Μέσω αυτού, εταιρείες όπως Google, Microsoft, Facebook και Apple ήταν ενσωματωμένες στη διαδικασία συλλογής πληροφοριών.
Τα δεδομένα που συλλέγονταν για εμπορικούς λόγους ήταν άμεσα διαθέσιμα για κυβερνητική ανάλυση. Η διάκριση κράτους–αγοράς έγινε εντελώς θολή: ο πολίτης, χωρίς να το γνωρίζει, είχε γίνει μέρος ενός συστήματος συλλογής πληροφοριών υψηλής στρατηγικής αξίας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν ήταν απλώς η πρόσβαση, αλλά η νομιμοποίηση της πρόσβασης μέσω συμφωνιών. Οι εταιρείες δεν λειτουργούσαν απλώς ως παθητικοί δέκτες εντολών. Συνεργάζονταν ενεργά, με νομικές και τεχνικές υποδομές που επέτρεπαν την καθημερινή ροή πληροφοριών.
Η συνεργασία κράτους και αγοράς δημιούργησε μια νέα ισορροπία εξουσίας: η πληροφορία έγινε στρατηγικό εργαλείο πολιτικής και οικονομικής επιρροής.
Η απόφαση να κάνει τις αποκαλύψεις που άλλαξαν την αντίληψη του κόσμου
Το 2013, ο Σνόουντεν πήρε τη δύσκολη απόφαση να αποκαλύψει αυτά τα μυστικά, παραδίδοντας τα στην «Guardian» και στην «Washington Post». Περαιτέρω αποκαλύψεις έγιναν από άλλες εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένης της Der Spiegel και της The New York Times. Ήξερε ότι θα αντιμετώπιζε δίωξη, εξορία, ίσως και καταδίκη ισόβια. Όμως η συνείδησή του τον ώθησε να δώσει στον κόσμο την ευκαιρία να μάθει την αλήθεια.
Η διαφυγή του στο Χονγκ Κονγκ και η επακόλουθη δημοσιοποίηση των εγγράφων ήταν ιστορική στιγμή: ο πολίτης απέκτησε εικόνα για μια εξουσία που μέχρι τότε λειτουργούσε εντελώς αδιαφανώς.
Οι αποκαλύψεις είχαν τεράστιες διεθνείς επιπτώσεις. Η NSA δεν παρακολουθούσε μόνο Αμερικανούς πολίτες, αλλά και ηγέτες συμμάχων, πρεσβείες και διεθνείς οργανισμούς.
Η υπόθεση της Άνγκελα Μέρκελ, της Γερμανίδας καγκελάριου, έγινε σύμβολο: ακόμα και οι στενότεροι σύμμαχοι μπορούν να παρακολουθούνται. Η διεθνής πολιτική έμπλεξε με την τεχνολογία, δημιουργώντας νέα μορφή διαπραγμάτευσης: πλέον δεν μετρούσε μόνο η διπλωματία, αλλά και η πληροφορία που συλλεγόταν αόρατα.
Η συνεργασία των εταιρειών Big Tech με την NSA προκάλεσε κρίση εμπιστοσύνης. Οι πολίτες συνειδητοποίησαν ότι τα «δωρεάν» προϊόντα που χρησιμοποιούσαν καθημερινά είχαν κόστος: την ιδιωτικότητά τους.
Κάποιες εταιρείες προσπάθησαν να διαφοροποιηθούν δημοσίως, ενισχύοντας την κρυπτογράφηση και διαχωρίζοντας τεχνικά τις υποδομές τους. Άλλες, ωστόσο, επέλεξαν να συμμορφωθούν πλήρως, εκτιμώντας ότι η συμμόρφωση είναι στρατηγικά ασφαλέστερη για τα κέρδη και τη σχέση με το κράτος.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας παγκόσμιος διάλογος για την ιδιωτικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανοιχτή κοινωνία. Ποτέ ξανά η έννοια της «ιδιωτικότητας» δεν αντιμετωπίστηκε τόσο κρίσιμα στο δημόσιο διάλογο.
Η δίωξη του Σνόουντεν και η πολιτική της αποτροπής
Η αντίδραση του αμερικανικού κράτους ήταν άμεση και αμείλικτη. Ο Σνόουντεν κατηγορήθηκε βάσει του νόμου περί κατασκοπείας, ενός νομοθετικού πλαισίου που δεν επιτρέπει υπεράσπιση με επίκληση του δημοσίου συμφέροντος. Το μήνυμα ήταν σαφές: δεν έχει σημασία αν οι αποκαλύψεις είναι αληθείς ή ωφέλιμες για τη δημοκρατία. Η αποκάλυψη καθ’αυτή είναι έγκλημα. Η εξορία του στη Ρωσία δεν ήταν στρατηγική επιλογή, αλλά αποτέλεσμα πολιτικού εγκλωβισμού, καθώς το διαβατήριό του ακυρώθηκε εν πτήσει και καμία δυτική χώρα δεν προσφέρθηκε να του εξασφαλίσει ασφαλή επιστροφή.
Σήμερα, περισσότερα από δέκα χρόνια μετά τις αποκαλύψεις, η υπόθεση του Σνόουντεν παραμένει ανοιχτή. Ο ίδιος ζει στη Ρωσία, όπου το 2022 του απονεμήθηκε η ρωσική υπηκοότητα, όχι ως πολιτική επιβράβευση, αλλά ως λύση επιβίωσης σε ένα καθεστώς μόνιμης νομικής εκκρεμότητας. Παρά τις διεθνείς εκκλήσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αποκαλύψεις ότι πολλά από τα προγράμματα που κατήγγειλε κρίθηκαν αργότερα παράνομα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αποσύρει τις κατηγορίες εις βάρος του.
Η υπόθεσή του έχει έτσι μετατραπεί σε σύμβολο: όχι μόνο της σύγκρουσης ανάμεσα στη διαφάνεια και την κρατική μυστικότητα, αλλά και της αδυναμίας των σύγχρονων δημοκρατιών να προστατεύσουν εκείνους που αποκαλύπτουν την κατάχρηση εξουσίας.
Η εξορία στη Ρωσία, η αδυναμία επιστροφής στις ΗΠΑ και οι διεθνείς πολιτικές εντάσεις κατέδειξαν ότι η διαχείριση της πληροφορίας γίνεται με όρους δύναμης, όχι δικαιοσύνης.
Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι, τα χρόνια που ακολούθησαν, πολλά από όσα αποκάλυψε ο Σνόουντεν επιβεβαιώθηκαν από δικαστικές αποφάσεις. Ορισμένα προγράμματα κρίθηκαν παράνομα ή αντισυνταγματικά. Νομοθεσίες τροποποιήθηκαν. Η κρυπτογράφηση έγινε κεντρικό ζήτημα. Κι όμως, ο ίδιος παραμένει διωκόμενος. Η δημοκρατία «διορθώθηκε», αλλά όχι αρκετά ώστε να συγχωρήσει εκείνον που την ανάγκασε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Αυτή η ειρωνεία είναι κεντρικό μάθημα για το σύγχρονο κράτος επιτήρησης: οι θεσμοί μπορούν να διορθώσουν την εξουσία, αλλά συχνά πολύ αργά.
Ψηφιακό φακέλωμα και αυταρχισμός
Η αποκάλυψη για τη λειτουργία της NSA το 2013 άνοιξε το δημόσιο διάλογο για την παρακολούθηση, αλλά η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ από τότε. Σήμερα, δεν αρκεί η καταγραφή δεδομένων. Οι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να αναλύσουν τεράστιους όγκους πληροφορίας σε πραγματικό χρόνο, εντοπίζοντας πρότυπα συμπεριφοράς, σχέσεις, και προβλέποντας πιθανές ενέργειες πολιτών.
Η διαφορά είναι κρίσιμη: η παρακολούθηση του Σνόουντεν ήταν παθητική – συγκέντρωνε δεδομένα και περίμενε να χρειαστούν. Σήμερα η AI λειτουργεί προληπτικά: η εξουσία δεν περιμένει την πράξη· προβλέπει και κατευθύνει.
Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αλλάξει το παιχνίδι. Ο πολίτης πλέον εκθέτει μόνος του τις πληροφορίες του: likes, shares, μηνύματα, φωτογραφίες και σχέσεις γίνονται ψηφιακά ίχνη. Οι αλγόριθμοι τα συλλέγουν και τα συνδυάζουν με άλλες πηγές (τοποθεσίες, συναλλαγές, κινητικότητα).
Το αποτέλεσμα: η παρακολούθηση γίνεται εσωτερικευμένη, μέρος της καθημερινής ζωής. Δεν χρειάζεται πλέον η NSA ή οποιαδήποτε υπηρεσία να παρακολουθεί κρυφά· τα social media παρέχουν τα δεδομένα «εθελοντικά». Ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, έχουν επίσημα συστήματα κοινωνικού scoring που καθορίζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Σε άλλες χώρες, η διαδικασία είναι πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου αποτελεσματική: οι πολίτες βαθμολογούνται ψηφιακά χωρίς να το γνωρίζουν και οι «αξιολογήσεις» επηρεάζουν την κοινωνική συμμετοχή και τις επιλογές τους.
Οι αλγόριθμοι της τεχνητής νοημοσύνης συνδυάζοντας δεδομένα από κοινωνικά δίκτυα, κινητά τηλέφωνα, κάμερες και συναλλαγές, δημιουργούν ψηφιακά προφίλ προβλέψιμης συμπεριφοράς. Η εξουσία δεν χρειάζεται να περιμένει την παράβαση, αφού έχει πλέον τα εργαλεία να την αποτρέψει «πριν καν υπάρξει»!
Ο Σνόουντεν ως σύμβολο προειδοποίησης
Ο Σνόουντεν προειδοποιούσε για την παρακολούθηση και την απώλεια ιδιωτικότητας. Σήμερα, περισσότερο από δέκα χρόνια μετά, η σημασία του Σνόουντεν δεν έχει μειωθεί. Αντιθέτως, έχει ενισχυθεί. Η πρόβλεψη και ο έλεγχος είναι ακόμα πιο λεπτοί και τεχνολογικά εξελιγμένοι. Ο ίδιος δεν αποτελεί μόνο ιστορικό πρόσωπο: είναι ένας συμβολικός φάρος για το τι σημαίνει η ψηφιακή κοινωνία χωρίς όρια στην εξουσία.
Οι αποκαλύψεις του ήταν η αρχή ενός διαλόγου που τώρα μετατρέπεται σε πραγματικό διακύβευμα: η τεχνολογία μπορεί να προστατεύσει ή να υποτάξει!
Η μετάβαση από την παρακολούθηση στην αλγοριθμική πρόβλεψη αλλάζει την ίδια τη σχέση κράτους–πολίτη. Η δύναμη πλέον δε βασίζεται στη βία ή στο νόμο, αλλά στην πληροφορία και την πρόβλεψη. Ο πολίτης γίνεται μέρος ενός συστήματος που τον καταγράφει, τον αξιολογεί και τον κατηγοριοποιεί.
Το αποτέλεσμα είναι ένας ψηφιακός αυταρχισμός, λιγότερο ορατός αλλά βαθιά αποτελεσματικός, όπου η αντίσταση γίνεται πιο δύσκολη και η παρακολούθηση πιο ολοκληρωτική.
Ο Έντουαρντ Σνόουντεν δεν είναι ούτε ήρωας με την παραδοσιακή έννοια, ούτε απλός προδότης, όπως τον παρουσιάζουν οι επικριτές του. Είναι ιστορική τομή. Είναι το πρόσωπο που αποκάλυψε ότι η δημοκρατία του 21ου αιώνα κινδυνεύει όχι από τανκς και πραξικοπήματα, αλλά από αόρατους κώδικες, αλγόριθμους και βάσεις δεδομένων.
Το ερώτημα που άφησε ανοιχτό δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά το μέλλον. Θέλουμε πολίτες με δικαιώματα ή προβλέψιμα ψηφιακά προφίλ; Θέλουμε δημοκρατία με ιδιωτικότητα ή διαχείριση πληθυσμών μέσω δεδομένων;
Ο Σνόουντεν δεν είναι πια μόνο ιστορικό πρόσωπο: είναι προειδοποίηση και καθρέφτης για το μέλλον της ψηφιακής κοινωνίας. Και γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, το όνομά του δεν ξεθωριάζει. Αντιθέτως, γίνεται όλο και πιο επίκαιρο.
Η ταινία
Ο πάντα αιρετικός Όλιβερ Στόουν καταπιάνεται με μία ακόμα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της σύγχρονης αμερικανικής Ιστορίας και υπογράφει ένα καθηλωτικό και αναμενόμενα διχαστικό θρίλερ.
Υπόθεση
Ο αμερικανός Έντουαρντ Σνόουντεν εγκαταλείπει απροειδοποίητα την εργασία του ως υψηλόβαθμος τεχνικός στην Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας (N.S.A.) και τη C.I.A. και επισκέπτεται το Χονγκ Κονγκ για να συναντηθεί μυστικά με δύο δημοσιογράφους. Οι αποκαλύψεις του θα είναι καταιγιστικές.
Snowden: Ταινία vs. Αληθινή Ιστορία
Η ταινία Snowden (2016) του Oliver Stone είναι μια δραματοποιημένη βιογραφία που παραμένει αρκετά πιστή στα βασικά γεγονότα, αλλά όπως κάθε χολιγουντιανή παραγωγή, πήρε ορισμένες δημιουργικές ελευθερίες για να ενισχύσει το σασπένς και το συναίσθημα.
Ακολουθούν οι κυριότερες διαφορές ανάμεσα στην ταινία και την πραγματικότητα:
1. Η κλοπή των δεδομένων (Το "Rubik's Cube")
Στην ταινία, ο Snowden (Joseph Gordon-Levitt) κρύβει μια κάρτα μνήμης SD μέσα σε έναν κύβο του Ρούμπικ για να την περάσει από την ασφάλεια της NSA.
Η πραγματικότητα: Ο ίδιος ο Snowden δεν έχει επιβεβαιώσει ποτέ πώς ακριβώς έβγαλε τα δεδομένα. Αν και ο κύβος του Ρούμπικ ήταν όντως ένα αντικείμενο που είχε συχνά μαζί του (και το χρησιμοποιούσε ως δώρο σε συναδέλφους), η σκηνή με την κρυμμένη κάρτα θεωρείται κατά βάση καλλιτεχνική προσθήκη του Oliver Stone για να δώσει μια "κατασκοπευτική" νότα.
2. Ο χαρακτήρας του Corbin O’Brian
Ο Rhys Ifans υποδύεται τον Corbin O’Brian, έναν υψηλόβαθμο στέλεχος της NSA που λειτουργεί ως μέντορας και αργότερα ως ανταγωνιστής του Snowden.
Η πραγματικότητα: Ο O’Brian είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας. Αποτελεί "κράμα" (composite character) διαφόρων προσώπων που συνάντησε ο Snowden στην καριέρα του στη CIA και την NSA. Η σκηνή όπου ο O’Brian μιλά στον Snowden μέσω μιας γιγαντιαίας οθόνης για να τον εκφοβίσει είναι καθαρά κινηματογραφική επινόηση.
3. Η σχέση με τη Lindsay Mills
Η ταινία παρουσιάζει τη σχέση του με τη Lindsay Mills (Shailene Woodley) ως πηγή συνεχούς έντασης λόγω των μυστικών του.
Η πραγματικότητα: Αν και η πίεση στη σχέση τους ήταν πραγματική, η Lindsay Mills δήλωσε αργότερα ότι δεν γνώριζε το παραμικρό για τα σχέδιά του να γίνει whistle-blower μέχρι να το δει στις ειδήσεις. Στην ταινία, η παρουσία της στο Χονγκ Κονγκ και η εμπλοκή της είναι ελαφρώς πιο "δραματική" από ό,τι ήταν στην αρχή. Σήμερα, βέβαια, ζουν μαζί στη Ρωσία και είναι παντρεμένοι.
4. Η "Επιληψία" και η αποχώρηση
Η ταινία δείχνει τον Snowden να παθαίνει μια κρίση επιληψίας που γίνεται η αφορμή για να επανεκτιμήσει τη ζωή του και τη δουλειά του.
Η πραγματικότητα: Ο Snowden όντως διαγνώστηκε με επιληψία το 2011, γεγονός που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή είναι μικρή και πρέπει να δράσει. Ωστόσο, η ταινία συμπυκνώνει τον χρόνο και συνδέει την κρίση άμεσα με την απόφαση της διαρροής, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια σταδιακή ηθική αφύπνιση.
5. Οι τεχνικές λεπτομέρειες των διαρροών
Η ταινία δίνει την εντύπωση ότι ο Snowden έκλεψε τα έγγραφα σχεδόν μόνος του και πολύ γρήγορα.
Η πραγματικότητα: Σύμφωνα με αναφορές των υπηρεσιών πληροφοριών, ο Snowden χρησιμοποίησε εξελιγμένα "web crawlers" για να αντλήσει δεδομένα όσο εργαζόταν ως διαχειριστής συστημάτων. Επίσης, φαίνεται πως έπεισε ορισμένους συναδέλφους του να του δώσουν τους κωδικούς τους (κάτι που στην ταινία παρουσιάζεται πιο απλουστευμένα).
Ο Oliver Stone σε συνέντευξη του μίλησε για το «Snowden», τον πραγματικό Snowden, τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του «καπιταλισμού της επιτήρησης».
Για τον κυβερνοπόλεμο
«Πλέον έχουμε προχωρήσει ακόμα περισσότερο στον κυβερνοπόλεμο (σ.σ. από την εποχή των αποκαλύψεων του Snowden), τον οποίο εξαπέλυσε στον κόσμο ο Obama από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής του, όταν επιτάχυνε τις επιθέσεις με τον ιό Stuxnet -που είχαν ξεκινήσει από την εποχή του Bush- ο οποίος εισχώρησε στους ελέγχους φυγοκέντρισης των πυρηνικών του Ιράν και τους διέλυσε. Για πρώτη φορά τότε η Αμερική χρησιμοποίησε ένα ψηφιακό όπλο για επίθεση και όχι για άμυνα. Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του Snowden είναι πως η κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών δεν εργάζεται τόσο για την προστασία της Αμερικής όσο για τη δημιουργία επιθετικών δυνατοτήτων. Το πιο σημαντικό ζήτημα για εμένα, είναι πως παρά τις αποκαλύψεις του Snowden, δεν έχουν αποκαλυφθεί τα πάντα. (Οι αποκαλύψεις του Snowden) ήταν μόνο μια έμμεση αναφορά στο τι εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από όλα αυτά».
Για τον Edward Snowden
«Ο Ed Snowden ήταν πολύ άμεσος σε ό,τι έκανε. Αγαπά τη χώρα του, τις ΗΠΑ, και θέλει να γυρίσει σπίτι. Είναι ένας πατριώτης που θέλει απλά να διορθώσει ό,τι είναι λάθος και να συνεχίσει τη ζωή του. Είναι ένα σπουδαίο μυαλό που πιστεύω πως θα μπορούσε να βοηθήσει την NSA (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών της Αμερικής). Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει κάτι που να τον κάνει προδότη. Είναι πολύ σκληρός σε ό,τι αφορά τους Ρώσους, βάσει όσων έχει πει δημοσίως αλλά και σε εμένα προσωπικά».
Joseph Gordon-Levitt (Έντουαρντ Σνόουντεν)
Ο πρωταγωνιστής συνάντησε τον ίδιο τον Σνόουντεν στη Μόσχα για να μελετήσει τις κινήσεις και τον τρόπο ομιλίας του.
Για τον πατριωτισμό: «Υπάρχουν δύο είδη πατριωτισμού. Ο ένας είναι να ακολουθείς τη χώρα σου χωρίς ερωτήσεις. Ο άλλος, αυτός που έδειξε ο Σνόουντεν, είναι να θέτεις ερωτήματα και να ζητάς λογοδοσία από την κυβέρνηση. Αυτό είναι το προνόμιο του να ζεις σε μια ελεύθερη χώρα.»
Για την προσωπικότητα του Σνόουντεν: Τον περιέγραψε ως έναν «παλαιάς κοπής ευγενικό κύριο του Νότου» και έναν αισιόδοξο άνθρωπο που πιστεύει ότι η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει τη δημοκρατία.
Για τον στόχο της ταινίας: «Η δουλειά μου δεν ήταν να πω αν είναι ήρωας ή προδότης, αλλά να τον παρουσιάσω ως άνθρωπο, με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του.»
Shailene Woodley (Λίντσεϊ Μιλς)
Η Woodley υποδύθηκε τη σύντροφο του Σνόουντεν και εστίασε στην ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας.
Για την ιδιωτικότητα: «Το να λες ότι δεν σε νοιάζει η ιδιωτικότητα επειδή δεν έχεις τίποτα να κρύψεις, είναι σαν να λες ότι δεν σε νοιάζει η ελευθερία του λόγου επειδή δεν έχεις τίποτα να πεις.»
Για τη σχέση του ζευγαριού: Τόνισε ότι η ταινία είναι και μια ιστορία αγάπης: «Η Λίντσεϊ έπρεπε να αντέξει τις συνεχείς μετακομίσεις και τα μυστικά του Έντουαρντ, τα οποία αφορούσαν τη δουλειά του και όχι την προσωπική τους ζωή.»
Επιμέλεια άρθρου: George James
Πηγές:

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου