Session 9: η πραγματική ιστορία του ψυχιατρικού νοσοκομείου Danvers State Hospital όπου γυρίστηκε η ταινία

 



Το Session 9 είναι μια αμερικανική ταινία ψυχολογικού τρόμου του 2001 σε σκηνοθεσία του Brad Anderson και σενάριο του ίδιου μαζί με τον Stephen Gevedon. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν οι David Caruso, Peter Mullan, Brendan Sexton III, Josh Lucas και Stephen Gevedon.




Η ιστορία παρακολουθεί ένα συνεργείο απομάκρυνσης αμιάντου που αναλαμβάνει τον καθαρισμό του εγκαταλελειμμένου ψυχιατρικού νοσοκομείου Danvers State Hospital στη Μασαχουσέτη.

Η πίεση του χρόνου: Ο Gordon (Peter Mullan), ιδιοκτήτης της εταιρείας, πιεσμένος οικονομικά και από τη γέννηση του παιδιού του, υπόσχεται να ολοκληρώσει τη δουλειά μέσα σε μόλις μία εβδομάδα — ένα έργο που κανονικά απαιτεί δύο με τρεις εβδομάδες.




Οι κασέτες: Καθώς το συνεργείο εργάζεται υπό έντονο στρες, ο Mike (Stephen Gevedon) ανακαλύπτει ένα κουτί με 9 κασέτες ηχογραφημένων συνεδριών ψυχοθεραπείας μιας πρώην ασθενούς, της Mary Hobbes, που υπέφερε από διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας (DID).

Η κλιμάκωση: Παράλληλα με την ακρόαση των ταινιών, η ατμόσφαιρα στο κτίριο γίνει όλο και πιο αποπνικτική. Τα μέλη της ομάδας αρχίζουν να εξαφανίζονται ένα-ένα, ενώ η ψυχολογική κατάσταση του Gordon καταρρέει.

Η αποκάλυψη: Στην ένατη κασέτα («Session 9»), αποκαλύπτεται η σκοτεινή, κακόβουλη προσωπικότητα της Mary με το όνομα «Simon». Την ίδια στιγμή, γίνεται σαφές ότι ο Gordon υπέστη ψυχολογική κατάρρευση (αφού προηγουμένως είχε δολοφονήσει την οικογένειά του σε μια έκρηξη θυμού) και σκότωσε σταδιακά όλα τα μέλη του συνεργείου του. Η ταινία κλείνει με τη φωνή του «Simon» στην κασέτα να απαντά στο πού ζει: «Ζω στους αδύναμους και τους πληγωμένους, γιατρέ».




Τοποθεσία: Γυρίστηκε στο πραγματικό, εγκαταλελειμμένο ψυχιατρείο Danvers State Hospital. Η επιβλητική αρχιτεκτονική και η μούχλα, τα σκουριασμένα ιατρικά εργαλεία και οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι ήταν πραγματικά στοιχεία του κτιρίου, δίνοντας στην ταινία μια αυθεντική, απόκοσμη αίσθηση. Το κτίριο ήταν επικίνδυνο (παρουσία αμιάντου, ετοιμόρροπα πατώματα, σκουριασμένοι σωλήνες), γι' αυτό το συνεργείο εκπαιδεύτηκε ειδικά για τους κινδύνους αμιάντου.

Έμπνευση: Ο Brad Anderson εμπνεύστηκε την υπόθεση από μια πραγματική υπόθεση δολοφονίας στη Βοστόνη το 1995 (υπόθεση Richard Rosenthal), καθώς και από κλασικές ταινίες τρόμου όπως Η Λάμψη (The Shining) του Stanley Kubrick και το Don't Look Now του Nicolas Roeg.

Τεχνολογία: Ήταν από τις πρώτες ταινίες που γυρίστηκαν σε ψηφιακό βίντεο υψηλής ευκρίνειας (24p HD digital video).




Οι κριτικοί και οι θεατές συχνά αναλύουν το φινάλε με δύο διαφορετικούς τρόπους:

Ψυχολογική εξήγηση: Ο Gordon κατέρρευσε υπό το βάρος του υπερβολικού άγχους, της εξάντλησης και των οικογενειακών προβλημάτων, εκδηλώνοντας βίαιη ψύχωση.

Υπερφυσική εξήγηση: Η κακόβουλη οντότητα/προσωπικότητα «Simon» δεν ήταν απλώς σύμπτωμα της ασθενούς Mary, αλλά ένα είδος δαιμονικού πνεύματος που «κατοικεί» στο νοσοκομείο και καταλαμβάνει όσους είναι ψυχολογικά ευάλωτοι («weak and wounded»).

Ο Συμβολισμός του Αμιάντου

Η δουλειά της ομάδας είναι να καθαρίσει τον αμίαντο. Ο αμίαντος είναι μια τοξική ουσία που δεν τη βλέπεις, αλλά αν την εισπνεύσεις, σε σαπίζει αργά και σταθερά από μέσα. Αυτό λειτουργεί ως τέλειος συμβολισμός για την τρέλα και το κακό: κάτι αόρατο που κρύβεται στους τοίχους του ψυχιατρείου (ή στα βάθη του μυαλού) και δηλητηριάζει τους ανθρώπους χωρίς να το καταλάβουν.  

Συνολικά, το Session 9 είναι μια σπουδή πάνω στο πώς το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να αποσυνδεθεί εντελώς από την πραγματικότητα όταν διευθύνεται από το τραύμα και τις ενοχές.

Αν και δεν σημείωσε εμπορική επιτυχία στις αίθουσες κατά την κυκλοφορία της (εισπράξεις $1,6 εκατ. με προϋπολογισμό $1,5 εκατ.), η ταινία απέσπασε πολύ θετικές κριτικές για την ατμόσφαιρα, τον ήχο και τις ερμηνείες της, ενώ με τα χρόνια απέκτησε cult status ανάμεσα στους λάτρεις των ταινιών τρόμου.

Οι διαγραμμένες σκηνές (deleted scenes) του Session 9 επικεντρώνονται σε μια ολόκληρη δευτερεύουσα πλοκή (subplot) που ο σκηνοθέτης Brad Anderson αποφάσισε να αφαιρέσει τελείως στο μοντάζ, επειδή μπέρδευε το κοινό.

Η παρουσία αυτών των σκηνών αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται το φινάλε, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την υπερφυσική/ψυχολογική ασάφεια σε μια πιο γήινη και ρεαλιστική αφήγηση.

Ποιες ήταν οι διαγραμμένες σκηνές;

Όλες οι κομμένες σκηνές περιλαμβάνουν έναν χαρακτήρα που καταργήθηκε πλήρως από την τελική εκδοχή: μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία ήταν πρώην ασθενής του Danvers State Hospital και ζούσε κρυφά στις σοφίτες και τα τούνελ του εγκαταλελειμμένου νοσοκομείου.

Οι κρυφές παρατηρήσεις: Καθώς το συνεργείο καθαρισμού εργάζεται, η γυναίκα αυτή παρακολουθεί τις κινήσεις τους από τις σκιές.

Αυτόπτης μάρτυρας των φόνων: Στις εναλλακτικές σκηνές, η γυναίκα είναι παρούσα όταν ο Gordon εκδηλώνει τη μανία του και σκοτώνει τους συναδέλφους του. Γίνεται ο σιωπηλός, τρομαγμένος μάρτυρας της κατάρρευσής του.

Το εναλλακτικό φινάλε (Alternate Ending): Στο κομμένο φινάλε, ενώ ο Gordon βρίσκεται σε κατάσταση σοκ και dissociative trance («μιλάει» στο τηλέφωνο με την ήδη νεκρή γυναίκα του), η ηλικιωμένη γυναίκα πλησιάζει αθόρυβα από πίσω του και τον χτυπάει μέχρι θανάτου στο κεφάλι με ένα βαρύ αντικείμενο, βάζοντας τέλος στη ζωή του.

Πώς αλλάζουν την ερμηνεία του φινάλε;

Στην επίσημη εκδοχή της ταινίας, το φινάλε αφήνεται εσκεμμένα ανοιχτό σε δύο ερμηνείες:

Η Υπερφυσική/Δαιμονική Ερμηνεία: Ο «Simon» είναι μια πραγματική, κακόβουλη οντότητα/πνεύμα που στοιχειώνει το νοσοκομείο και καταλαμβάνει τους «αδύναμους και πληγωμένους» (όπως τον Gordon).

Η Αμιγώς Ψυχολογική Ερμηνεία: Ο Gordon απλώς κατέρρευσε ψυχολογικά από το στρες και την αϋπνία, σκοτώνοντας την οικογένεια και το συνεργείο του.

Πώς η παρουσία της γυναίκας μεταλλάσσει την οπτική:

Αφαιρεί το υπερφυσικό μυστήριο: Η ύπαρξη ενός εξωτερικού αυτόπτη μάρτυρα «γειώνει» την ταινία. Επιβεβαιώνει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν υπήρχαν πνεύματα ή φαντάσματα που διέπραξαν τους φόνους, αλλά ένας πραγματικός, σάρκινος άνθρωπος (ο Gordon) που εκτελούσε τις δολοφονίες, ενώ κάποιος άλλος τον παρακολουθούσε.

Δίνει απαντήσεις για μικρές «λεπτομέρειες»: Σκηνές που στην ταινία μοιάζουν με υπερφυσικές παρουσίες (π.χ. σκιές που κινούνται στους διαδρόμους ή θόρυβοι στα τούνελ) εξηγούνται πολύ απλά: ήταν η ηλικιωμένη γυναίκα που περιπλανιόταν στο κτίριο.

Αλλάζει τη μοίρα του Gordon: Στο κανονικό φινάλε, ο Gordon παραμένει ζωντανός, χαμένος παντελώς μέσα στις παραισθήσεις και τις τύψεις του (ένα πολύ πιο τραγικό και ψυχολογικά βαρύ τέλος). Στο εναλλακτικό φινάλε, τιμωρείται άμεσα με θάνατο.




Γιατί κόπηκαν αυτές οι σκηνές;

Ο σκηνοθέτης Brad Anderson εξήγησε στο σχολιασμό (commentary) του DVD ότι η παρουσία της γυναίκας αποσπούσε την προσοχή του θεατή από το πραγματικό κέντρο της ιστορίας: την ψυχολογική αποσύνθεση του Gordon και τη σταδιακή αποκάλυψη της αλήθειας μέσω των κασετών της Mary Hobbes.

Η αφαίρεση της γυναίκας επέτρεψε στην ταινία να αποκτήσει την κλειστοφοβική, αμφίσημη και απόκοσμη ατμόσφαιρα που τη κατέστησε τελικά cult classic.


Η αληθινή ιστορία του Danvers State Hospital




Για περισσότερο από έναν αιώνα, το Κρατικό Νοσοκομείο Danvers (Danvers State Hospital) υποτίθεται ότι παρείχε ανθρώπινη ιατρική φροντίδα σε ασθενείς που νοσηλεύονταν στην ψυχιατρική του εγκατάσταση — η πραγματικότητα, όμως, ήταν πολύ πιο σκοτεινή.

Ιδρύθηκε το 1874 στο Ντάνβερς της Μασαχουσέτης, το νοσοκομείο είχε αρχικά καλή φήμη για τη θεραπεία ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Όμως, με την πάροδο των δεκαετιών, οι συνθήκες επιδεινώθηκαν δραματικά, οδηγώντας σε φρικτές καταγγελίες για κακοποίηση ασθενών και ανεπιτυχείς λοβοτομές, ενώ το ίδιο το κτίριο άρχισε να καταρρέει.

Ήταν άραγε μια άτυχη σύμπτωση, αποτέλεσμα της παρακμής της ψυχιατρικής φροντίδας λόγω συνωστισμού και έλλειψης χρηματοδότησης; Ή μήπως το νοσοκομείο ήταν πεπρωμένο να μετατραπεί σε έναν εφιαλτικό τόπο εξαιτίας της σκοτεινής του ιστορίας;

Όπως αποδεικνύεται, η γη στην οποία χτίστηκε το νοσοκομείο ανήκε κάποτε στον Τζον Χόθορν (John Hathorne), τον διαβόητο δικαστή που προήδρευσε στις Δίκες των Μαγισσών του Σάλειμ. Οι δίκες αυτές, οι οποίες οδήγησαν σε 200 κατηγορίες για μαγεία και 20 εκτελέσεις τη δεκαετία του 1690, αποτελούν αναμφισβήτητα ένα σκοτεινό κεφάλαιο της αμερικανικής ιστορίας. Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η περιοχή φημολογείται πως είναι «καταραμένη» ή «στοιχειωμένη».

Παρόλο που η έκταση φιλοξενεί πλέον μια οικιστική κοινότητα με πλήρως ανακαινισμένα διαμερίσματα, το ταραγμένο παρελθόν του παλιού ασύλου καθιστά αδύνατη τη λήθη του.


Τα Πρώτα Χρόνια του Κρατικού Νοσοκομείου Danvers




Το νοσοκομείο ονομαζόταν αρχικά «State Lunatic Asylum at Danvers» (Κρατικό Άσυλο Φρενοβλαβών στο Ντάνβερς). Ήταν μέρος μιας αναπτυσσόμενης αντίληψης του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία τα άτομα με ψυχολογικά προβλήματα έπρεπε να θεραπεύονται σε ειδικά διαμορφωμένες εγκαταστάσεις.

Η ιδέα ήταν η εγκατάσταση να είναι αυτοσυντηρούμενη, παρέχοντας όλες τις απαραίτητες ανέσεις στον ίδιο χώρο. Το κτίριο σχεδιάστηκε έτσι ώστε να επιτρέπει στο δροσερό, ηρεμιστικό αεράκι να κυκλοφορεί σε όλους τους χώρους.

Η κατασκευή ξεκίνησε το 1874 και οι πρώτοι ασθενείς μεταφέρθηκαν εκεί γύρω στο 1878. Στην ακμή του, το συγκρότημα διέθετε 40 κτίρια και είχε σχεδιαστεί για μέγιστη χωρητικότητα 450 ασθενών. Ο στόχος δεν ήταν απλώς η περίθαλψη, αλλά η πλήρης θεραπεία των παθήσεών τους.

Αρχικά, το νοσοκομείο θεωρήθηκε επιτυχημένο. Έως το 1900, απασχολούσε 125 άτομα προσωπικό και είχε νοσηλεύσει πάνω από 9.500 ασθενείς. Ωστόσο, η καλή του φήμη στάθηκε η αρχή της καταστροφής του, καθώς μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικά δημοφιλή προορισμό για την απόθεση ψυχικά ασθενών.

Μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, ο πληθυσμός του νοσοκομείου εκτοξεύτηκε σε περισσότερους από 2.000 ασθενείς, παρά τη χωρητικότητα των μόλις 450 ατόμων.

Οι διοικητές εκλιπαρούσαν την πολιτεία για κονδύλια προκειμένου να χτίσουν νέους χώρους και να προσλάβουν προσωπικό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σύντομα, εν μέσω υπερπληθυσμού και υποχρηματοδότησης, άρχισαν να ξεπροβάλλουν σοβαρές καταγγελίες για κακοποιήσεις.


Οι Σοκαριστικές Συνθήκες Διαβίωσης

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το νοσοκομείο μαστιζόταν από φρικτές κατηγορίες: από κακομεταχείριση ασθενών και απάνθρωπες «ιατρικές» θεραπείες, μέχρι την άθλια κατάσταση των ίδιων των κτιριακών εγκαταστάσεων.

Αναφέρεται ότι ορισμένοι ασθενείς κυκλοφορούσαν εντελώς γυμνοί στους διαδρόμους. Πολλοί υπέφεραν από παντελή έλλειψη βασικής υγιεινής, καταλήγοντας να ζουν μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες. Τέτοιες συνθήκες ήταν φυσικό να επιδεινώσουν τα ψυχολογικά τους προβλήματα αντί να τα θεραπεύσουν.




Σύντομα, η θεραπεία με ηλεκτροσόκ (ηλεκτροσπασμοθεραπεία) έγινε ο κανόνας. Η λογική ήταν ότι οι ηλεκτρικές εκκενώσεις είτε θα τροποποιούσαν τη λειτουργία του εγκεφάλου είτε θα εκφόβιζαν τους ασθενείς ώστε να υποταχθούν. Όταν οι ασθενείς συνέχιζαν να παρουσιάζουν «ανάρμοστη» συμπεριφορά μετά από αυτές τις επώδυνες θεραπείες, τους φορούσαν ζουρλομανδύα και τους άφηναν καθηλωμένους για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Όταν και αυτές οι μέθοδοι απέτυχαν, ξεκίνησαν οι λοβοτομές. Έως το 1939, η ιατρική κοινότητα αναζητούσε μια μόνιμη λύση στην κρίση των υπερπλήρων και υποβαθμισμένων ψυχιατρείων. Στο Danvers ειδικότερα, ο αριθμός των ασθενών είχε φτάσει τους 2.360. Ανατριχιαστικό είναι το γεγονός ότι μόνο εκείνη τη χρονιά πέθαναν στο νοσοκομείο 278 άνθρωποι.

Οι λοβοτομές υπόσχονταν θεραπεία της «παράνοιας» και πρόληψη των αδικαιολόγητων θανάτων. Αν και ορισμένοι γιατροί σταμάτησαν τη μέθοδο όταν συνειδητοποίησαν ότι προκαλούσε περισσότερη βλάβη παρά όφελος, άλλοι αδιαφορούσαν.

Το Danvers χαρακτηρίστηκε συχνά ως η «γενέτειρα της προμετωπιαίας λοβοτομής», λόγω της ευρείας εφαρμογής και της εξέλιξης της τεχνικής εντός του ιδρύματος.

Επισκέπτες στις αρχές της δεκαετίας του 1940 περιέγραφαν ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε λοβοτομή να περιπλανώνται άσκοπα στους διαδρόμους σαν χαμένοι, σε κατάσταση νάρκωσης, ή να κοιτάζουν αποχαυνωμένοι τους τοίχους. Οι άνθρωποι αυτοί παρέμεναν έγκλειστοι, συχνά παρά τη θέλησή τους, ενώ πολλοί έχασαν οριστικά την ικανότητα να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους λόγω των σοβαρών εγκεφαλικών βλαβών.


Η Παρακμή και η Μετατροπή του Χώρου

Παρά την έκδηλη κρίση, η υποχρηματοδότηση συνεχίστηκε. Ωστόσο, η κατάρρευση των κτιρίων έγινε τελικά τόσο εμφανής που η πολιτεία δεν μπορούσε να συνεχίσει να αδιαφορεί.

Το 1969 έκλεισαν τα πρώτα τμήματα του νοσοκομείου. Έως το 1985 το μεγαλύτερο μέρος του είχε αναστείλει τη λειτουργία του, ενώ το οριστικό λουκέτο μπήκε το 1992.

Για χρόνια μετά το κλείσιμό του, ο χώρος αποτελούσε δημοφιλή προορισμό για νεαρούς που αναζητούσαν συγκινήσεις. Οι φήμες ότι το μέρος ήταν στοιχειωμένο από τις ψυχές των βασανισμένων ασθενών οργίαζαν, ενώ η ιστορική σύνδεση της γης με τις Δίκες των Μαγισσών ενίσχυε τον τρόμο.




Το 2005, μια εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων αγόρασε την έκταση και κατεδάφισε το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων, μετατρέποντας το πρώην άσυλο σε συγκρότημα πολυτελών διαμερισμάτων (Avalon Danvers Apartments). Κατά τη διάρκεια των εργασιών το 2007, ξεσπούσε μυστηριώδης πυρκαγιά που κατέστρεψε μεγάλο μέρος των νέων κατασκευών. Όσοι πίστευαν στους θρύλους, ισχυρίστηκαν ότι τα βασανισμένα πνεύματα «καταράστηκαν» το εργοτάξιο.


Το Danvers Σήμερα

Αν και η περιοχή σήμερα είναι σχεδόν αγνώριστη και πολύ πιο ευχάριστη στην όψη, η σκοτεινή φήμη του ασύλου παραμένει. Μάλιστα, έχει αφήσει το αποτύπωμά του και στην ποπ κουλτούρα: ο συγγραφέας τρόμου Χ. Π. Λάβκραφτ (H.P. Lovecraft) εμπνεύστηκε από το Danvers για τη δημιουργία του φανταστικού «Άσυλου Άρκχαμ» (Arkham Sanitarium).

Στη συνέχεια, η DC Comics δανείστηκε το όνομα αυτό για να δημιουργήσει το διαβόητο Arkham Asylum, το άσυλο όπου κρατούνται οι εχθροί του Batman.

Σήμερα, τα μόνα φυσικά απομεινάρια των φρικτών τακτικών που έλαβαν χώρα εκεί είναι οι ταφόπλακες σε δύο κοντινά νεκροταφεία, όπου βρίσκονται οι σοροί περίπου 770 ανθρώπων. Πολλοί από τους τάφους αυτούς δεν γράφουν καν ονόματα, παρά μόνο αριθμούς — μια θλιβερή υπενθύμιση ότι αυτοί οι ασθενείς στερήθηκαν την αξιοπρέπεια ακόμα και μετά θάνατον.




Επιμέλεια άρθρου: George James





Πηγές:



Σχόλια