The Post: Απαγορευμένα Μυστικά: το σκάνδαλο των Εγγράφων του Πενταγώνου στο οποίο βασίστηκε η ταινία

 



Έπρεπε να φτάσει στα χέρια του Στίβεν Σπίλμπεργκ το πολυαναμενόμενο σενάριο της Λιζ Χάνα για το «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά», το οποίο κυκλοφόρησε το 2017, προκειμένου ο κορυφαίος σκηνοθέτης να οραματιστεί για πρώτη φορά στην ίδια ταινία δύο χαρισματικούς αστέρες του κινηματογράφου, την Μέριλ Στριπ και τον Τομ Χανκς. Αν και οι δύο οσκαρικοί ηθοποιοί έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Σπίλμπεργκ, ποτέ οι δυο τους δεν είχαν συναντηθεί στη μεγάλη οθόνη. Μέχρι τη στιγμή που ο κινηματογραφιστής αποφάσισε ότι το σενάριο για τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν το καλοκαίρι του 1971 στην Αμερική, γύρω από τη δημοσιοποίηση των «Pentagon Papers» που έκρυβαν την αληθινή εικόνα του πολέμου του Βιετνάμ, σκάνδαλα και κυβερνητικές συνωμοσίες τεσσάρων Αμερικανών προέδρων, ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των δυο από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς τους.

 



Η Στριπ στο ρόλο της πρώτης γυναίκας εκδότριας της «Washington Post», Κέι Γκράχαμ και ο Χανκς στο ρόλο του διευθυντή της εφημερίδας, Μπεν Μπράντλι, συγκλονίζουν. Η Στριπ υποδύεται μία γυναίκα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της ως ηγέτιδα ενός ανδροκρατούμενου περιβάλλοντος, ενώ ο Χανκς είναι ένας σκληροπυρηνικός δημοσιογράφος -το δεξί χέρι της εκδότριας- που ανταγωνίζεται τους New York Times, διψά για τα αποκλειστικά πρωτοσέλιδα και μάχεται υπέρ των αρχών της αλήθειας και της δημοσιογραφίας. «Την πρώτη μέρα που ο Τομ και η Μέριλ μπήκαν στο σκηνικό που είχε φτιαχτεί ως γραφείο συντάξεως της εφημερίδας, τα σαγόνια όλων έπεσαν κάτω, μιας και ήταν ήδη στο πετσί του ρόλου ως Κέι και Μπεν. Άλλωστε, είναι και οι δυο τους ηθοποιοί που μεταμορφώνονται αυτομάτως στους ρόλους που τους ανατίθενται, και αυτό είναι κάτι το μαγευτικό» δήλωσε η παραγωγός της ταινίας Έιμι Πασκάλ μετά την πρώτη προβολή της ταινίας στην Ουάσιγκτον. Ακολούθησαν διθυραμβικές κριτικές από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, βραβεία καλύτερης ταινίας, α' ανδρικού και α' γυναικείου ρόλου από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Ν.Υόρκης, έξι πρωτοκλασάτες υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, αλλά και δύο υποψηφιότητες στα βραβεία Όσκαρ. 



Το «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά» ετοιμάστηκε σε ελάχιστο χρόνο και ενώ ο Σπίλμπεργκ είχε ξεκινήσει ήδη την περιπέτεια εικονικής πραγματικότητας «Ready Player One». Ακόμη και ο μουσικοσυνθέτης Τζον Γουίλιαμς έγραψε εσπευσμένα το soundtrack του φιλμ, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το «Ready Player One», καθώς η ταινία έπρεπε να βγει τώρα. «Δεν μπορούσε να καθυστερήσει δύο ή τρία χρόνια. Είναι μια ιστορία που οφείλαμε να πούμε σήμερα» λέει ο Σπίλμπεργκ, κάνοντας λόγο για τρομακτικές ομοιότητες στην πολιτική κατάσταση του 1971 και του σήμερα: της μετά-Τραμπ Αμερικής, της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας, της κρίσης στη δημοσιογραφία, της εποχής των fake news. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται» τονίζει ο Σπίλμπεργκ και υπογραμμίζει ότι στις μέρες μας είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να ασκείται όπως πρέπει το λειτούργημα του δημοσιογράφου.


Οι ηθοποιοί 




Η Γκράχαμ, μια γυναίκα που ανέλαβε τα ηνία της εφημερίδας όταν αυτοκτόνησε ο άνδρας της (έπασχε από ψυχολογική διαταραχή), μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των συμβούλων της, ενώ συχνά αμφισβητούνταν και αντιμετωπιζόταν ως «αόρατη» στον ανδροκρατούμενο χώρο των μίντια. Νευρική, με σπασμωδικές κινήσεις και τρέμουλο στην ομιλία της, τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, να συμπεριφερθεί ως ηγέτης μιας εφημερίδας με εθνικό στάτους και να αποφασίσει αν θα υπερβεί τον εαυτό της ρισκάροντας τα πάντα στον αγώνα της αλήθειας και της δημοκρατίας. Η ερμηνεία της Μέριλ Στριπ προκαλεί δέος. Τα κοντινά πλάνα στο πρόσωπό της, την ώρα που περιτριγυρισμένη από τους στενούς της συνεργάτες (όλοι άνδρες) αποφασίζει με τόλμη να ακολουθήσει τη συνείδησή της, συγκλονιστικά. Η ένταση των μεταβαλλόμενων ανθρώπινων συναισθημάτων διαρκώς στο κόκκινο.




Το ίδιο κορυφαίος και ο Τομ Χανκς, ως Μπεν Μπράντλι που αντιστέκεται στην κυβερνητική εξουσία και επιμένει να ασκεί τη δημοσιογραφία όπως ορίζει ο κώδικας δεοντολογίας: με τεκμηριωμένη έρευνα, ακεραιότητα και σθένος όταν ανακαλύπτεται μια πολύ σημαντική είδηση. Φιλόδοξος, σε μόνιμη εγρήγορση εντός και εκτός αίθουσας σύνταξης και με έξυπνες ατάκες, δεν σταματά να υποστηρίζει ότι «ο μόνος τρόπος να προστατευθεί το δικαίωμα της δημοσίευσης, είναι η δημοσίευση», ενώ η συνολική του παρουσία στον ειδησεογραφικό οργανισμό, δείχνει τις συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η δημοσιογραφία από εκείνους που δεν την αντιμετωπίζουν ως μια απλή εργασία, αλλά ως ευθύνη απέναντι στη δημοκρατία -ειδικά σε περιόδους κρίσης.




Σαφώς η ταινία επικεντρώνεται στη δημοσίευση των Φακέλων του Πενταγώνου για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, παράλληλά όμως πραγματεύεται την ισότητα των δύο φύλων στους χώρους εργασίας, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκείται η δημοσιογραφία παρά τις εκάστοτε κυβερνητικές πρακτικές ή τις προσωπικές σχέσεις εκδοτών/δημοσιογράφων με κυβερνητικά στελέχη και την ομαδική δουλειά που κάνει «θαύματα» στις επαγγελματικές συνεργασίες, αναδεικνύοντας τα ταλέντα του κάθε μέλους της. 


Το πραγματικό σκάνδαλο των Pentagon Papers




Στις 13 Ιουνίου του 1971 οι New York Times δημοσιεύουν τα Pentagon Papers.

Ως “Pentagon Papers” είχε ονομαστεί η άκρως απόρρητη έρευνα του Υπουργείου Αμύνης των ΗΠΑ (έγινε κατ’ εντολή του Υπουργού, Robert McNamara) για τη στρατιωτική εμπλοκή στο Vietnam, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1945) έως το 1967, όταν και τέθηκε το αίτημα.




Ο επίσημος τίτλος της έρευνας ήταν “Αναφορά του Γραφείου του Υπουργείου Αμύνης, για τις δυνάμεις υπεράσπισης του Vietnam”. Κατά τη διάρκειά της, οι αναλυτές άντλησαν απόρρητο υλικό από τα αρχεία του Υπουργείου Αμύνης, του Yπουργείου Εξωτερικών και του CIA. Ολοκληρώθηκε το 1969 και αφορούσε 47 τόμους, που περιείχαν 3.000 σελίδες αφήγησης και 4.000 σελίδες αποδεικτικών στοιχείων. 



Ενόσω ο πόλεμος διαρκούσε πολλά χρόνια, με περισσότερους από 500.000 Αμερικανούς στρατιώτες να βρίσκονται στο Vietnam, μέχρι το 1968, ο πρώην πεζοναύτης και τότε στρατιωτικός αναλυτής Daniel Ellsberg -ο οποίος δούλεψε στην έρευνα-, εξέφρασε την αντίθεση του στον πόλεμο. Σημείωση: είχε υπάρξει  υπέρμαχος της εμπλοκής των ΗΠΑ στην Ινδοκίνα. Δεύτερη σημείωση: υπήρξε σύμβουλος του Spielberg όπως εξελισσόταν το σενάριο (έχει την υπογραφή της Liz Hannah) και η ταινία.

Αυτός ο πόλεμος δεν θα κερδηθεί ποτέ

Ο Ellsberg είχε καταλήξει το 1969, πως ο πόλεμος στο Vietnam δεν επρόκειτο να κερδηθεί ποτέ. Επίσης, είχε πει ότι η πληροφορία που υπήρχε στα Pentagon Papers, για τον τρόπο που αποφάσιζαν οι ΗΠΑ όσα αφορούσαν το Vietnam, θα έπρεπε να είναι προς διάθεση του κοινού. Προφανώς και δεν συμφώνησαν πολλοί μαζί του. ” Το πατριωτικό καθήκον που προκύπτει από τον όρκο που δίνουμε, ως υπηρέτες του λαού, δεν σημαίνει να κρατάμε μυστικά ή να υπακούμε τυφλά στον Πρόεδρο, αλλά να σεβόμαστε το Σύνταγμα” δήλωσε πολύ αργότερα, στους “New York Times”.

Ένα από τα στοιχεία που είχε διαβάσει, αποδείκνυε την ενεργή βοήθεια της κυβέρνησης του John F. Kennedy στην εξέγερση και τη δολοφονία του Ngo Dinh Diem, προέδρου του Νοτίου Vietnam, το 1963. Ένα άλλο, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει η αμερικανική κυβέρνηση, ως λόγο για τον εντατικό βομβαρδισμό του Βορείου Vietnam. Στην έκθεση αναφερόταν πως οι βομβαρδισμοί δεν είχαν πραγματική επιρροή στη βούληση του εχθρού να πολεμήσει.

Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέθεσε την κυβέρνηση

Το Μάρτιο του 1970, όταν ο Ellsberg εργαζόταν στη RAND Corporation, ινστιτούτο ερευνών, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Το βράδυ της 1ης Οκτωβρίου, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο που είχε στο γραφείο του και αναζήτησε ένα μέρος της έκθεσης των 7000 σελίδων που είχε κρύψει εκεί. Κάθε βράδυ έβγαζε αντίγραφα, σελίδα προς σελίδα.

Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 1970, προσπαθώντας να πείσει νομοθέτες να δημοσιεύσουν την έκθεση, για το καλό του λαού. Δεν οδηγήθηκε κάπου. Στις αρχές του 1971 αποφάσισε να τα δώσει σε ΜΜΕ. Αποτάθηκε στους New York Times (“ήταν αυτή που είχε το prestige να προχωρήσει στη δημοσίευση”) και για την ακρίβεια, στο δημοσιογράφο Neil Sheehan ” στον οποίον είχα δώσει απόρρητα στοιχεία και το 1968. Του τηλεφώνησα και του είπα πως θέλω ένα μέρος να μείνω, για κάποιες ημέρες. Με κάλεσε σπίτι του. Όλο το βράδυ μιλούσαμε για τα Pentagon Papers“.




Έχε υπ’ όψιν σου ότι έως τότε αυτή η εφημερίδα, όπως και η Washington Post, αλλά και μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, θεωρούνταν από το λαό ως “φωνές της εξουσίας”. Παρ’ όλα αυτά, οι New York Times προχώρησαν στη δημοσίευση σειράς καυστικών άρθρων, τα οποία στηρίχθηκαν στα πιο ενοχοποιητικών στοιχείων, αρχής γενομένης από τις 13 Ιουνίου του 1971. Το σκάνδαλο έπιανε το μεγαλύτερο μέρος στο πρωτοσέλιδο. Δίπλα υπήρχαν ειδήσεις για το γάμο της κόρης του Nixon, ένα άλλο για την ένταση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν και ένα ακόμα για το budget της Νέας Υόρκης.

Τρεις ρεπόρτερ ζούσαν σε δωμάτια του New York Hilton Hotel, για το διάστημα που χρειάστηκαν να τσεκάρουν τα στοιχεία του Ellsberg και να προχωρήσουν στη συγγραφή των άρθρων. Μετά αυτά δόθηκαν σε δικηγορικό γραφείο, το οποίο μόλις έμαθε πως επρόκειτο για απόρρητα στοιχεία, προειδοποίησε τους Times να μην προχωρήσει. Διαφορετικά, δεν θα τους αναλάμβανε στα δικαστήρια. Έκανε και κάτι άλλο: ειδοποίησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης για αυτό που θα ερχόταν. Η Boston Globe είχε τονίσει ότι οι λίγοι που είχαν διαβάσει το πλήρες κείμενο της έρευνας, είχαν ταχθεί υπέρ της απόσυρσης από τον πόλεμο.

Ο τότε διευθυντής, AM Rosenthal έδωσε την εντολή της δημοσίευσης. Προηγήθηκε η πληροφορία πως αν δεν έκαναν την αποκάλυψη οι Times, θα την έκανε η Vineyard Gazette -επίσης ιδιοκτησίας του Arthur Ochs Sulzberger. Το υλικό αναδημοσιεύτηκε στην Washington Post, με την αναφορά “σύμφωνα με πηγές των New York Times”.

Μετά το τρίτο άρθρο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ εξασφάλισε προσωρινή εντολή απαγόρευσης περαιτέρω δημοσίευσης του υλικού διότι, όπως υποστηρίχθηκε, ήταν επιζήμια για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Οι New York Times απάντησαν με καταγγελία για λογοκρισία (πλήγμα στην ελευθερία του λόγου).




Όσο οι Νew York Times δεν μπορούσαν να δημοσιεύσουν (δια δικαστικής απόφασης), το έκανε η Washington Post, καθώς ο δημοσιογράφος της Ben Bagdikian έλαβε αντίγραφα των ίδιων εγγράφων από τον Ellsberg, τα οποία και παρέδωσε στο διευθυντή του. Aνήμερα της απόφασης για δημοσίευση, η Katharine Graham -εκδότρια της Post- έκανε πάρτι, με προσκεκλημένους πολλούς εκπροσώπους της κυβέρνησης!

Το μέσο ήλθε σε άμεση σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο που ζήτησε πάλι, απαγόρευση -μέσω ασφαλιστικών μέτρων. Το δικαστήριο όμως, την αρνήθηκε και η Post συνέχισε τις αποκαλύψεις. Μετά τα Μέσα κινήθηκαν μαζί εναντίον της κυβέρνησης -έως τότε 17 άλλες εφημερίδες είχαν λάβει τα αντίγραφα της έκθεσης.

Στις 30/6 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε (με 6-3 ψήφους) πως το υλικό δεν συνιστούσε απειλή για την εθνική ασφάλεια. Επιπροσθέτως, ενημέρωσε ότι η δημοσίευση της έκθεσης δικαιολογείτο από την προστασία της ελευθερίας του Τύπου, όπως αναφερόταν στο First Amendment (Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ).

Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Potter Stewart επισήμανε ότι  “ελλείψει κυβερνητικών ελέγχων και ισορροπιών που υπάρχουν σε άλλους τομείς της εθνικής μας ζωής, ο μόνος αποτελεσματικός περιορισμός της εκτελεστικής πολιτικής και της εξουσίας στους τομείς της εθνικής άμυνας και των διεθνών σχέσεων, μπορεί να βρίσκεται σε ένα φωτισμένο πολίτη -στην ενημερωμένη και κριτική κοινή γνώμη, που μπορεί να προστατεύσει τις αξίες της δημοκρατικής κυβέρνησης”.

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Όσα διάβασαν οι αναγνώστες των New York Times, Washington Post, Boston Globe κλπ, έκαναν ξεκάθαρο το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις των Harry S. Truman, Dwight D. Eisenhower, John F. Kennedy και Lyndon B. Johnson είχαν παραπλανήσει το κοινό, για το βαθμό εμπλοκής των ΗΠΑ στο Vietnam.




Η παραπλάνηση είχε ξεκινήσει από την απόφαση του Truman να δώσει στρατιωτική βοήθεια στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια του αγώνα της εναντίον των Viet Minh που καθοδηγούνταν από κομμουνιστές και διήρκεσε έως τα πλάνα ανάπτυξης του Johnson, για κλιμάκωση του πολέμου στις αρχές του 1964 -μολονότι στην προεκλογική εκστρατεία έλεγε ακριβώς το αντίθετο. Η έρευνα δεν κάλυπτε τις πολιτικές του Richard M. Nixon, οι αποκαλύψεις ήταν ενοχλητικές, δεδομένου ότι ο Nixon ήταν έτοιμος (το 1972) για επανεκλογή.

Η σύλληψη του Ellsberg για κατασκοπεία

Μετά την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η κυβέρνηση του Nixon εξέδωσε ένταλμα σύλληψης του Ellsberg (ήταν ο πρώτος που διώχθηκε υπό το 1917 Espionage Act) και του φερόμενου ως συνεργάτη του, Anthony Russo. Ήλθαν αντιμέτωποι με ποινή φυλάκισης 115 χρόνων. Οι κατηγορίες αφορούσαν συνωμοσία, κατασκοπεία και κλοπή κρατικής περιουσίας. Ήταν όλα ποινικά αδικήματα. Ο Ellsberg είχε δηλώσει πως διατίθεται να πάει στη φυλακή, προκειμένου να σταματήσει ένας αδικαιολόγητος πόλεμος.

Η δίκη άρχισε το 1973. Ολοκληρώθηκε σύντομα, για κακοδικία, με απόρριψη όλων των κατηγοριών. Τι είχε συμβεί; Οι εισαγγελείς ανακάλυψαν πως μια μυστική ομάδα του Λευκού Οίκου (“Οι Υδραυλικοί”), είχε διαρρήξει το γραφείου του ψυχιάτρου του Ellsberg, τον Σεπτέμβριο του 1971, ώστε να βρει πληροφορίες που θα τον δυσφημούσαν.

Οι “υδραυλικοί”, E. Howard Hunt και G. Gordon Liddy αργότερα ενεπλάκησαν σε άλλη διάρρηξη, για το Watergate (το 1972). Ο Πρόεδρος Nixon είχε εγκρίνει μυστική επιχείρηση κλοπής εγγράφων από τα κεντρικά γραφεία των Δημοκρατικών -την οποία εκτέλεσαν οι “υδραυλικοί”- που ήταν σε ξενοδοχείο της Washington, με το όνομα “Wastergate”.




Μια στάση εδώ: στόχος του Προέδρου ήταν να αμαυρώσει την προεκλογική εκστρατεία των… άλλων. Αργότερα, επιχείρησε να συγκαλύψει τις ανήθικες και παράνομες επιχειρήσεις που είχε εγκρίνει και κάπως έτσι προέκυψε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα στην ιστορία της Αμερικής. Ήταν τέτοιο που ο Nixon υποχρεώθηκε να παραιτηθεί (το 1974).

Για την ιστορία, στην αποκάλυψη προέβησαν δυο δημοσιογράφοι της Washington Post, Bob Woodward και Carl Bernstein, με τη βοήθεια πληροφοριοδότη από το FBI, με το κωδικό όνομα “βαθύ λαρύγγι”. Δεκαετίες αργότερα, αποκαλύφθηκε πως ο πληροφοριοδότης ήταν ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI. Και αυτό το σκάνδαλο έγινε ταινία, με τίτλο “All the President’s Men” και πρωταγωνιστές τους Robert Redford και Dustin Hoffman.

Μια ημιτελής εκδοχή των Pentagon Papers είχε δημοσιευτεί -σε βιβλίο-, στα τέλη του 1971. Ολόκληρη η έρευνα έμεινε -επισήμως- απόρρητη έως τις 13 Ιουνίου του 2011, όταν η κυβέρνηση έβγαλε στη δημοσιότητα και τις 7000 σελίδες, για τον εορτασμό της 40ης επετείου από τη διαρροή της έρευνας στον Τύπο.



Επιμέλεια άρθρου: George James





Πηγές:



Σχόλια